Archive for August, 2014

Βραζιλία: Η εξέγερση στη φυλακή Cascavel

Posted in 1. Αφίσες - Εκδηλώσεις - Συγκεντρώσεις - Κείμενα | No Comments »

Το Σάββατο 24 Αυγούστου, ξεσηκώθηκαν οι κρατούμενοι στη φυλακή Cascavel στο νότιο τμήμα της χώρας, απαιτώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και πιο ελαστικά ωράρια επισκεπτηρίων. Θεωρείται ότι 700 κρατούμενοι έλαβαν μέρος στην εξέγερση, έχοντας ως όμηρους 2 σωφρονιστικούς υπαλλήλους, καίγοντας στρώματα και κρατώντας πανό στην ταράτσα της φυλακής. Η βία ανάμεσα σε συμμορίες, προκάλεσε και τον θάνατο τεσσάρων κρατουμένων, δύο από τους οποίους αποκεφαλίστηκαν ενώ άλλοι δύο ρίχτηκαν από συγκρατούμενους τους από την ταράτσα της φυλακής. Η αστυνομία μέχρι τώρα δεν έχει ανακοινώσει την ταυτότητα των νεκρών.

Παρόλο που τα ΜΜΕ αναφέρουν πως οι μεταφορές κρατουμένων για αποσυμφόρηση της φυλακής ξεκίνησαν τη Δευτέρα λόγω λήξης της εξέγερσης μετά απο συμφωνία των κρατουμένων με τις αρχές, δεν έχει ξεκαθαριστεί γιατί οι κρατούμενοι συνέχισαν την εξέγρση μέχρι την επόμενη μέρα οπως αναφέρεται στα ιδια δημοσιεύματα, ουτε έχει γίνει αναφορά στον τρόπο που η αστυνομία εισηλθε μέσα στη φυλακή εν ωρα κατάληψης από τους κρατουμένους.

Τα ερωτηματικά αυτά εγείρονται έχοντας υπ’ όψη το μιλιταρισμό της Βραζιλιάνικης αστυνομίας και τον τρόπο που έχει αντιδράσει στο παρελθόν σε αντίστοιχες καταστάσεις. Τον Οκτώβριο του 1992, σε μια από τις μεγαλύτερες εξεγέρσεις στη χώρα, στη φυλακή Carandiru στο Σάο Πάολο, οι κρατούμενοι απαίτησαν πιο ανθρώπινες συνθήκες κράτησης. Μετά από άρνηση για διαπραγματεύσεις η αστυνομία εισήλθε στο κτίριο σκοτώνοντας 111 κρατούμενους, ενώ αργότερα μαρτυρίες επιζώντων ανέφεραν πως οι αστυνομικοί στόχευαν ακόμα και αυτούς που είχαν παραδοθεί. Η εξέγερση έμεινε γνωστή στην ιστορία ως ‘Η σφαγή της Carandiru’ και ο αρχηγός της συγκεκριμένης αποστολής, Ubiratan Guimarães, καταδικάστηκε σε 632 χρόνια φυλάκισης. Το 2006, η πολιτεία έσπευσε να τον προστατεύσει και του πρόσφερε απαλλαγή από τις κατηγορίες με τη δικαιολογία της ‘εσφαλμένης δίκης’, ενώ μέτα από αυτό εκτελέστηκε από αγνώστους. Τον Αύγουστο του 2013, 25 αστυνομικοί που συμμετειχαν στην καταστολή της εξέγερσης καταδικάστηκαν σε 12 χρόνια φυλάκισης, όμως λόγω άσκησης εφεσης στη δικαστική απόφαση αφέθηκαν ελεύθεροι μέχρι την επανεκδίκαση της υπόθεσης.

Η σφαγή στην φυλακή Carandiru

 

Ένα ακόμα παράδοξο είναι πως δεν γίνεται αναφορά για το κατάστημα κράτησης που έχουν μεταφερθεί οι κρατούμενοι, αφού η περιορισμένη χωρητικότητα των φυλακών στη Βραζιλία είναι γενικό φαινόμενο και όχι μόνο γνώρισμα της συγκεκριμένης φυλακής, αφού μέσα σε μια δεκαετία ο αριθμός των κρατουμένων αυξήθηκε κατά 400%.

Οι φυλακές στη χώρα είναι ευρέως γνωστές για τις κακές συνθηκες υγιεινής, την έλλειψη χώρου, την έλλειψη καθαρου αέρα και επαρκούς ποσότητας φαγητού για όλους, την δραματική εξάπλωση επιδημιών, HIV και φυματίωσης, τη βία αναμεσα στους κρατουμενους με τη μορφή ξυλοδαρμών, βιασμού και φόνου, που ειναι επακόλουθα του τεράστιου αριθμού των κρατουμένων και της απόλυτης αδιαφορίας για τις συνθήκες ζωής τους από την πολιτεία. Σύμφωνα με το Διεθνές Κέντρο Ερευνών για τις Φυλακές, οι φυλακές στη Βραζιλία προορίζονται για την κράτηση 318 739 ατόμων ενώ το 2012 καταγράφηκαν 548 003 κρατούμενοι.

Στα κρατητήρια είναι συνήθες να κρατούνται οκτώ άτομα σε κελί που προορίζεται για ένα. Λόγω των επιπτώσεων από τη μακροχρόνια κράτηση των υποδίκων σε τέτοιες συνθήκες ακόμα και για χρόνια ολόκληρα, οι άνθρωποι έχουν πάρει το παρατσούκλι ‘os amarelhos’ -‘οι κιτρινιάρηδες’ λόγω του θαμπού χρώματος στο δέρμα από την κακή κατάσταση της υγείας τους. Οι υπόδικοι, αποτελούν το 38% του πληθυσμού των Βραζιλιάνικων φυλακών.

Η Βραζιλία θεωρείται ο μεγαλύτερος ακόλουθος της πολιτκής του νόμου και τάξης που εξήχθη από τις ΗΠΑ, κάτι που εφαρμοσε πλήρως σε μια ηγεμονική κουλτούρα εθνοταξικής ιεραρχίας, στοχοποιώντας έτσι τα φτωχότερα στρώματα που έχουν Αφρικανική/ Ινδιάνική/Μικτή καταγωγή. Σύμφωνα με τον ερευνητή Σέρτζιο Αντόρνο, τα άτομα αυτά έχουν τα ίδια επίπεδα εγκληματικότητας με τους λευκούς συμπολίτες τους, όμως η ρατσιστική αντιμετώπισή τους διαφαίνεται στην αυξημένη θυματοποίησή τους από τη βία στις φυλακές από αστυνομικούς, ενώ οι ποινες που εκτίουν είναι ιδιαίτερα αυστηρές.

Μπορεί η ινδιάνικη κοινοτική συμβίωση να εμπλουτίσει την αναρχική θεώρηση;

Posted in 1. Αφίσες - Εκδηλώσεις - Συγκεντρώσεις - Κείμενα | No Comments »

Είναι σίγουρα λογικό πως η συστηματική ενασχόληση μας με τον βίο και τα πεπραγμένα των ινδιάνικων φυλών γεννά σε ένα μέρος των αναγνωστών πλήθος ερωτημάτων. Γιατί, τέλος πάντων, μια αναρχική ομάδα «σπαταλά» χρόνο στη μελέτη και ανάδειξη τέτοιων ζητημάτων; Μας προτείνουν μήπως να ζήσουμε σαν ινδιάνοι; Μήπως τελικά εξιδανικεύονται πράγματα και καταστάσεις, στο όποιο προχώρημα της αναρχικής θεώρησης; Είναι εύλογο να γεννούνται αγαθοπροαίρετες απορίες σχετικά με το εν λόγω ζήτημα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.

Κατ’ αρχάς, όταν γίνεται λόγος για ινδιάνικες φυλές, ομιλούμε για ανθρώπους που ουδεμία σχέση είχαν με τον πολιτισμό και την πολιτική, πριν ο λευκός κατακτητής εισβάλει στην γη τους. Κι εδώ, προς αποφυγή κάθε παρεξηγήσεως, ας ξεκαθαρίσουμε πως η προσθήκη στο ουσιαστικό «γη» (δηλαδή το άρθρο «τους») δεν ήταν κτητική, εφ’ όσον γι’ αυτούς η γη δεν σήμαινε ιδιοκτησία. Από τη στιγμή, μάλιστα, που λιγότεροι ινδιάνοι ασχολήθηκαν –κι αυτό σε περιορισμένο βαθμό- με την γεωργία, αλλά κυρίως ήταν κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες, η γη σήμαινε τον τόπο, που μεγάλωσαν, έζησαν και πέθαναν οι προπάτορές τους. Αυτό που λέμε πατρίδα (και μητρίδα, βεβαίως), αλλά δυστυχώς έχει ταυτιστεί στρεβλά με τα έθνη, τον εθνικισμό και το κράτος. Πατρίδα και μητρίδα, λοιπόν, είναι η πατρική και μητρική γη∙ μία έννοια που βοηθά τον άνθρωπο, εν πρώτοις, ν’ αποκτήσει και συν το χρόνο να εξελίξη την σχέση του με το φυσικό περιβάλλον στο οποίο διαβιοί.

Κάτι τέτοιο φαίνεται πιθανώς ακατανόητο στους εξουσιαζόμενους του σήμερα, που ούτε σε φυσικό περιβάλλον μεγαλώνουν, αλλά και η συνέχειά τους σε έναν τόπο δεν ξεπερνά τις λίγες δεκαετίες. Για τους ινδιάνους ήταν αλλοιώς∙ δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο για γενιές ολόκληρες να ξαποσταίνουν κάτω από τον ίσκιο της ίδιας βελανιδιάς. Οπότε, η σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον ήταν πέρα από την κοντόφθαλμη χρηστική σφαίρα αντίληψης τού πολιτισμένου εξουσιαζόμενου. Ποιος θα μπορούσε να υπερβεί μια τόσο έντονα συναισθηματική σχέση και να κόψει ένα δέντρο, που αν μη τι άλλο, είναι μητρίδα και πατρίδα του; Για τον λόγο αυτό αρκούνταν στα νεκρά πεσμένα του κλαδιά. Αυτή είναι και η ουσιαστική αιτία εκκίνησης της άδολης μεταφυσικής τους προσέγγισης για τον κόσμο που τους περιέβαλε. Πρόβαλαν το υπερβατικό στο χώμα, τους βράχους, τα δέντρα, τα ζώα, το φεγγάρι, τον ουρανό, ακριβώς γιατί τα αντιλαμβάνονταν ως μητρίδα και πατρίδα τους, σάρκα από την σάρκα και πνεύμα από το πνεύμα τους. Αντιθέτως, ο σημερινός εξουσιαζόμενος, εγκαταλείπει την όποια συνέχειά του σε έναν τόπο, για «ένα καλύτερο μέλλον», δίχως οι μνήμες του να είναι τόσο ισχυρές, ώστε να τον κρατήσουν εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ο τόπος κατάντησε να έχει χρηστική αξία κι αν δεν πληροί τις προϋποθέσεις, που θέσαμε εξ αρχής, σαν προϊόν μαθαίνουμε να τον αντικαθιστούμε.

Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν∙ ουδεμία σχέση έχει η σημασία της πατρίδας και μητρίδας για τους απολίτιστους με το πολιτικό ιδεολόγημα του πατριωτισμού των πολιτισμένων. Κι εξ άλλου δεν είναι και η μοναδική περίπτωση, όπου οι εξουσιαστές στρέβλωσαν με την βία στοιχεία των ελεύθερων ανθρώπινων κοινοτήτων, για να κατασκευάσουν πολιτικά εργαλεία. Θα μπορούσε να αναφερθεί η συντροφικότητα που εκφυλίστηκε εν πολλοίς σε παρεϊσμό, η ανεμπόδιστη εξέλιξη της γλώσσας που έχει πλέον μετατραπεί σε μείζον εργαλείο χειραγώγησης, ακόμη και η πηγαία έκφραση της τέχνης, που γίνεται εδώ κι αιώνες δεκανίκι της κυριαρχίας κατά το συνηθέστερον. Ας μην ξενίζει, λοιπόν, το γεγονός πως η αναφορά και μόνον της λέξης πατρίδα φέρνει στον νου σημαίες και ένστολους μακελάρηδες∙ η κυριαρχία φρόντισε να την ταυτίσει στο θυμικό των ανθρώπων ως συνώνυμο του κράτους εν γένει και των δεινών φυσικά που απορρέουν απ’ αυτό. Δεν είναι ωστόσο έτσι τα πράγματα. Η πατρίδα και μητρίδα, ως έννοιες, είναι κατά πολύ παλαιότερες από τον πολιτισμό και την πολιτική και επιπροσθέτως πλήρως ανταγωνιστικές.

Οι ινδιάνικες φυλές, λοιπόν, και πατρίδα είχαν και την υπερασπίστηκαν ενάντια στον πολιτισμένο κατακτητή, ακριβώς διότι πατρίδα γι’ αυτούς ήταν το σύνολο του απολίτιστου κόσμου, υλικού και άυλου∙ όχι μια κρατική οντότητα που τους καταπίεζε στο όνομα ενός πατριωτικού (ή και διεθνούς βεβαίως) ιδεολογήματος. Πολέμησαν έτσι για την σωτηρία της κοινότητάς τους, για να γλιτώσουν από τον αφανισμό την ελεύθερη κουλτούρα τους∙ όχι για να στηρίξουν την μία μορφή σκλαβιάς έναντι της άλλης. Ακόμη κι όταν βοήθησαν τον αγγλικό ή γαλλικό στρατό στην μεταξύ τους διαμάχη ή σε αυτήν ανάμεσα στις νεοσύστατες τότε Η.Π.Α και το Βρετανικό στέμμα, οι προθέσεις τους ήταν αγαθές∙ οι μεν ή οι δε τους έταξαν –βεβαίως ψευδώς– πως αν πολεμούσαν για λογαριασμό τους, θα τους άφηναν να ζήσουν ανεμπόδιστα την υστεραία των εχθροπραξιών. Εν ολίγοις, τους ξεγέλασαν. Ο αγώνας τους δεν εξυπηρέτησε καμία απολύτως σκοπιμότητα. Ήταν αγνός και έντιμος και ουδέποτε πολιτικοποιήθηκε. Γι’ αυτό, θεωρούμε πως αποτελεί παράδειγμα συνολικά απελευθερωτικού αγώνα, για τους αγωνιζόμενους τού σήμερα.

 

Ας δούμε τώρα το ιδιαίτερον της γενοκτονίας των ινδιάνικων φυλών. Δεν θα μπούμε στη λογική των αριθμών, συγκρίνοντάς την –όσον αφορά το πλήθος των θυμάτων– με άλλες που συνέβησαν πρωτύτερα ή μεταγενέστερα. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο τί ακριβώς χάθηκε μέσα από αυτή την γενοκτονία. Μήπως μόνον οι άνθρωποι; Μήπως επίσης και η φυσική μορφολογία του γεωγραφικού χώρου που τους περιέβαλε; Σίγουρα. Ωστόσο δεν είναι μόνο τα ανωτέρω. Αυτό που χάθηκε είναι το σύνολο μιας ελεύθερης κουλτούρας, μιας απολίτιστης, αρμονικής σχέσης του ανθρώπου με το έμβιο και μη περιβάλλον, μιας ζωής που ναι μεν δεν ήταν Αναρχική, όπως οι αναρχικές ομάδες την οραματίζονται, αλλά ωστόσο ήταν σε μεγάλο βαθμό κοντά στην απόλυτη ελευθερία. Όλο αυτό πέρασε από την ύπαρξη στην μνήμη. Εν τούτοις, μια μνήμη που έχει ουκ ολίγες εξουσιαστικές προσμίξεις και στρεβλώσεις. Είναι, λοιπόν, ιδιαίτερα σημαντικό να την αποκρυσταλλώσουμε, κατά το δυνατόν, αναδεικνύοντας την απελευθερωτική αλήθεια και πετώντας το εξουσιαστικό ψεύδος.

Θα μπορούσε, επί παραδείγματι, να πει κάποιος, πως και η γενοκτονία των εβραίων από τους ναζί ή των αρμενίων από τον στρατό και τις πολιτοφυλακές των τούρκων, είχε παρόμοια επιρροή στην ιστορική συνέχεια των εν λόγω λαών. Ωστόσο δεν είναι ακριβώς έτσι. Ούτε ο πολιτισμός των εβραίων χάθηκε ούτε αυτός των αρμενίων, παρά τα εκατομμύρια των σφαγιασθέντων. Όσοι επιβίωσαν των σφαγών, κατάφεραν να συνεχίσουν την μνήμη του λαού τους, καθώς αυτή ήταν κυρίως εγγεγραμμένη μέσα στον πολιτισμό και την κυριαρχία∙ όχι στην ελεύθερη κουλτούρα. Δεν πέρασαν στη λήθη αυτά που για χιλιετίες θεωρούσαν ως πολιτισμικές τους ρίζες. Κι αυτό διότι στις περιπτώσεις αυτές αφ’ ενός οι δολοφονηθέντες ήταν ήδη εξουσιαζόμενοι και αφ’ ετέρου εδώ και αναρίθμητα χρόνια ήταν πολιτισμένοι∙ με άλλα λόγια σκλάβοι όμως και εμείς. Οι ινδιάνοι δεν ήταν ούτε το ένα ούτε το άλλο∙ γι’ αυτό και ο κόσμος τους χάθηκε. Στην περίπτωση τους έχουμε την απέλπιδα ένοπλη άμυνα ελεύθερων και απολίτιστων ανθρώπων, ενάντια στην πανίσχυρη κρατική μηχανή∙ την δροσιά της βελανιδιάς απέναντι στην κόψη του ξίφους. Ακόμη και ο «επινοητής» του όρου γενοκτονία, αρχισφαγέας Ιούλιος Καίσαρας, αφάνισε λαούς –κέλτικης κυρίως καταγωγής– που ήταν όμως σε άμεση επαφή με τον πολιτισμό για αιώνες∙ είτε ως στρατιώτες και μέτοικοι στις πολιτισμένες επικράτειες είτε ως έμποροι. Αυτό που έγινε, λοιπόν, με τους ινδιάνους δεν είχε ιστορικό προηγούμενο.

Δεν μπορούμε, βέβαια, να παραβλέψουμε μια εμπειρία, με την οποία μας έφερε αντιμέτωπους η ίδια η αναζήτηση του τρόπου ζωής των ινδιάνων. Τα περισσότερα απ’ όσα ξέρουμε γι’ αυτούς μας τα παρέδωσαν είτε ιεραπόστολοι είτε κατακτητές, με στρατιωτική και συχνά επιστημονική περιβολή. Οι ίδιοι οι λεγόμενοι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, που ήρθαν σε επαφή με ελεύθερες φυλές ανά τον πλανήτη, τις περιέγραψαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία με βάση την δική τους άποψη για τη ζωή, προσδίδοντάς τους δικά τους στοιχεία που δεν διέθεταν. Για παράδειγμα, επειδή οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν ως δεδομένη την εξουσία, έψαχναν να την βρουν μέσα στην κοινοτική συμβίωση, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε. Για να το πούμε και λίγο πιο χοντροκομμένα, σήμερα πολλοί συνηθίζουν να αποκαλούν το λιοντάρι βασιλιά της ζούγκλας, προσδίδοντάς του έναν πολιτισμικό ρόλο που βέβαια δεν είχε ούτε διεκδίκησε. Στη φύση δεν κυκλοφορούν λιοντάρια με κορώνες, αλλά έχει τόσο καθιερωθεί ο τίτλος, που μπορεί και να το πιστέψουμε στ’ αλήθεια τελικά. Αν σκεφτούμε, μάλιστα, ότι οι πολιτισμένοι θεωρούν δεδομένο ότι πριν και μετά τον πολιτισμό υπήρχε μόνο κενό και ότι ο λεγόμενος νόμος της εξέλιξης θέλει την αντικατάσταση των άγριων, δηλαδή των αδύναμων και οπισθοδρομικών, απ’ τους ισχυρούς και φορείς της προόδου, τότε η ανάδειξη τέτοιων θεμάτων έρχεται να τους διαψεύσει.

Και για όσους ενδεχομένως θεωρούν πως οι ινδιάνικες φυλές δεν χάθηκαν, πως υπάρχουν ακόμη (κυριολεκτικά) στα χαρτιά, ακόμη και κάποιες εκ των ομοσπονδιών τους, τους απαντούμε το εξής: αν η αποτρόπαιη θέα ενός βαλσαμωμένου λύκου μπορεί να μεταφέρει ακόμη την θέρμη της ανάσας του στον παρατηρητή, τότε οι εκπολιτισμένοι ινδιάνοι μπορούν να νοούνται ως συνέχεια αυτών που χάθηκαν. Δυστυχώς όμως, δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Ζουν σε μεγάλα και μικρά αστικά κέντρα και είναι εξουσιαζόμενοι όπως και οι υπόλοιποι λαοί της επικράτειας των Η.Π.Α. Η όποια καρικατούρα «απολίτιστης» κουλτούρας με χαϊμαλιά, ονειροπαγίδες και φτερά αετού είναι καταφύγιο για τους αφελείς και χρήμα στις τσέπες των επιτήδειων. Ο κόσμος τους υπήρξε έτη φωτός πέρα από τον όποιο ανώδυνο και ανούσιο υλικό μιμητισμό.

Είναι σημαντικό επίσης να δούμε την λειτουργία των ινδιάνικων συμβουλίων, καθώς η ανεξούσια ζωή πρωτίστως γεννάται ή όχι μέσα από τον τρόπο λήψης των αποφάσεων. Έχουμε ήδη παρουσιάσει φυλές, αλλά και ολόκληρες ομοσπονδίες, όπου για να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση, ετίθετο ως απαραίτητη προϋπόθεση η πλήρης ομοφωνία. Σ’ αυτές εν τούτοις συμμετείχαν όλοι; Άντρες και γυναίκες; Σε κάποιες όχι σε κάποιες ναι. Προφανώς και από αναρχικής σκοπιάς μας αφορούν οι δεύτερες. Ποιος ήταν ο ρόλος του αρχηγού-συμβούλου; Η βούλησή του επιβαλλόταν ή όχι στους υπολοίπους; Κι αυτό εν μέρει έχει απαντηθεί. Στις περισσότερες ινδιάνικες φυλές η θέση του αρχηγού συμβούλου ήταν μια θέση τεράστιας ευθύνης, την οποία λάμβανε κάποιος έπειτα από συναίνεση των ανθρώπων της κοινότητάς του. Υπήρξαν μάλιστα και καταγεγραμμένες περιπτώσεις, όπου ινδιάνοι αρνήθηκαν αυτή την θέση, θεωρώντας εαυτούς μη ικανούς. Επίσης η θέλησή του δεν επιβαλλόταν στους υπόλοιπους, ενώ οι αποφάσεις λαμβάνονταν έπειτα από συζητήσεις, οι οποίες μπορεί να διαρκούσαν ακόμη και πολλά μερόνυχτα.

koin_3

 

 

 

 

 

 

 

Άξια, βεβαίως, λόγου είναι και η σχέση τους με τον χρόνο. Όντας έξω από την πολιτισμική-κρατική μέγγενη αντιλαμβάνονταν το πέρασμά του μόνον μέσα από την άρρηκτη σχέση τους με την φύση. Δεν είχαν γραπτά ημερολόγια, ούτε τους έζωναν χρονικοί ψυχαναγκασμοί. Βίωναν σε απόλυτο βαθμό την χαρά της καθαρής ύπαρξης κάθε στιγμή. Μπορεί αυτό να συμβεί στην κολεκτιβοποιημένη μαζική κοινωνία που οραματίζεται ο αναρχισμός; Σε μια κοινωνία δηλαδή όπου οι άνθρωποι θα παράγουν σύμφωνα με τις δυνατότητες τους και θα καταναλώνουν σύμφωνα με τις ανάγκες τους; Πέρα από το σύνολο του τεχνοβιομηχανικού πολιτισμού, δεν θα υπάρχουν ρολόγια σε μια τέτοια πραγματικότητα; Δεν θα οριοθετείται ο ατομικός χρόνος με βάση το πριν ή το μετά το σχόλασμα απ’ την δουλειά; Έχει σημασία που το οκτάωρο θα είναι φέρ’ ειπείν τρίωρο; Καμία απολύτως. Οπότε και η όποια αίσθηση της ελευθερίας θα είναι εξ αρχής καρατομημένη.

Προτείνουμε ωστόσο στους αγωνιζόμενους ανθρώπους να ζήσουν τον βίο τους ως ινδιάνοι; Να αντιγράψουν πλήρως τις συνήθειες και πρακτικές κάποιων ινδιάνικων φυλών και να πορευτούν αναλόγως; Σε καμία περίπτωση, απαντάμε. Έτσι και αλλιώς οι όποιες «συνταγές» έχουν την αποφορά πολιτικής σπέκουλας και περιχαράκωσης των αγωνιζομένων σε μανιέρες, που οδηγούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην πολιτικοποίηση του αγώνα τους. Προσπαθούμε, λοιπόν, ν’ αναδείξουμε τα στοιχεία εκείνα της ινδιάνικης κοινότητας, που θεωρούμε πως μπορούν αφ’ ενός να εμπνεύσουν τον αγώνα για συνολική απελευθέρωση στο σήμερα και αφ’ ετέρου να αποτελούν σε μεγάλο βαθμό μια μνήμη ελεύθερης ζωής τού χθες, υπερπολύτιμη για την αναρχική κοινοτική συμβίωση που οραματιζόμαστε. Πράγματι, θεωρούμε την κοσμοαντίληψη αρκετών ινδιάνικων φυλών, πολύ εγγύτερη στην απόλυτη ελευθερία, από τις αγρο-βιομηχανικές κολεκτίβες που ευαγγελίζεται ο αναρχισμός.

Το κύτταρο της συνολικής απελευθέρωσης ανθρώπου και φύσης είναι η αναρχική ομάδα. Κι αυτή μπορεί πολλά να μάθει από ανθρώπινα εγχειρήματα του παρελθόντος, αλλά και απ’ τον βίο και τις αξίες ανθρώπων που έλαμψαν πνευματικά στον χώρο και τον χρόνο. Αν λοιπόν μια αναρχική ομάδα μπορεί να χρησιμοποιήσει για το προχώρημα της αναρχικής θεώρησης απόψεις και πρακτικές από τους αγωνιζομένους της Παρισινής Κομμούνας ή στοιχεία από το σύνολο της ζωής των Σάονι, καλώς να το πράξει. Προϋπόθεση; Κατ’ αρχάς η έντιμη προσέγγιση στα γεγονότα και τις καταγραφές και εν συνεχεία η ανάδειξη κάθε χρήσιμου στοιχείου για το προχώρημα της απελευθερωτικής διαδικασίας στο σήμερα. Εφ’ όσον, λοιπόν, η κυριαρχία ενοποιείται –και μάλιστα με ταχύτατους ρυθμούς–, οφείλουν και οι αναρχικοί να ενοποιήσουν, το κατά δύναμιν, την απελευθερωτική σκέψη και πρακτική από καταβολής κόσμου ως τώρα. Πως; Μα, μέσα από το προχώρημα της αντιπολιτικής αναρχικής θεώρησης∙ με ειλικρίνεια, σθένος και εντιμότητα.

Μήπως όμως –όπως ήδη προαναφέραμε– εξωραΐζουμε τον βίο και τα πεπραγμένα των ινδιάνικων φυλών; Ούτε λόγος βέβαια. Η χάλκευση των ιστορικών δεδομένων είναι «προνόμιο» της εξουσίας και των υπαλλήλων της∙ όχι των αναρχικών. Φυσικά και υπάρχουν πρακτικές και απόψεις ινδιάνικων φυλών που ουδόλως βοηθούν στο προχώρημα της συνολικά απελευθερωτικής διαδικασίας. Αυτές δεν μας αφορούν. Ωστόσο, δεν δύνανται να αποτελέσουν και τροχοπέδη στην περαιτέρω ενασχόληση μας με το ζήτημα. Για τον ίδιο λόγο, οι όποιες, κατά την γνώμη μας, λανθασμένες απόψεις και πρακτικές των αναρχικών στην ισπανική κοινωνική επανάσταση, ουδόλως μας αποτρέπουν από το να μελετήσουμε, να εντοπίσουμε και να αναδείξουμε τα απελευθερωτικά στοιχεία της θεώρησης και δράσης τους στο σήμερα. Όπως είπαμε και ανωτέρω, δεν υπάρχουν «απελευθερωτικές συνταγές», παρά μόνον σε πολιτικούς «τσελεμεντέδες». Οι αναρχικοί βλέπουν τα πάντα κριτικά. Ή τουλάχιστον αυτό οφείλουν να κάνουν κατά την άποψη μας.

Η κυριαρχία εκσυγχρονίζεται, ξαναδοκιμάζει παλιές πρακτικές μέσα από σύγχρονες τεχνολογικές μεθόδους, καταγράφει εμπειρίες, διατηρεί άριστη μνήμη, αντλεί σημαντική γνώση για την συνέχεια και το προχώρημα της. Κι οι αγωνιζόμενοι; Αναπαράγουν μήπως ως συνήθως μια συνθηματολογία, συγκρούονται με τις δυνάμεις καταστολής και επιστρέφουν στο σπίτι τους; Κι έπειτα τι; Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα –για άλλους μικρότερο και για άλλους μεγαλύτερο– έρχεται η απογοήτευση, που κατά κανόνα φέρνει την ιδιώτευση∙ έντιμη ή μη. Τούτο το μοτίβο λοιπόν, είναι εν τη γενέσει του αδιέξοδο. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ευρύ ζήτημα που θα αναλύσουμε σε κάποιο προσεχές κείμενο.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Αφρική: οι χαμένες ψηφίδες της ελευθερίας (Γ΄μέρος)

Posted in 1. Αφίσες - Εκδηλώσεις - Συγκεντρώσεις - Κείμενα | No Comments »

Η εμφάνιση της γεωργίας

Με την εμφάνιση της γεωργίας ο κόσμος αλλάζει. Ο φυσικός χώρος γίνεται ένα όριο, ο άνθρωπος κοιτάζει γύρω του και βάζει περιφράξεις, ορίζει∙ η γη αποκτά σιγά-σιγά χρηστική αξία, γίνεται τόπος και τοπογραφία. Εκείνο που έβρισκε σε άγρια μορφή χωρίς δυσκολία, το σιτάρι, το κριθάρι κι άλλα δημητριακά και όσπρια, τώρα θέλει να τα τιθασεύσει. Το ίδιο θα κάνει και για τα ζώα. Δεν τα κυνηγά, τα εξημερώνει, δηλαδή τα μεγαλώνει ο ίδιος, αφού τα φυλακίσει, έχοντας σκοπό να τα βάλει να δουλεύουν γι’ αυτόν, τα εκπαιδεύει, τα χρησιμοποιεί στις μετακινήσεις και βέβαια τα τρώει. Ο κόσμος πλέον ανήκει σε κάποιους. Με αυτή που αρχαιολογικά ονομάστηκε «νεολιθική» εποχή, ξεκινάει η γεωργία και η κτηνοτροφία.

Πολλοί θέλησαν να την ερμηνεύσουν και να φανερώσουν τα αίτια που την προκάλεσαν και μάλιστα ονόμασαν την φάση αυτή «νεολιθική επανάσταση». Έφερε, πράγματι, μια μεγάλη αλλαγή, την απαρχή του πολιτισμού. Άλλοι την απέδωσαν στο φυσικό περιβάλλον, με την έννοια ότι σε κάποιες περιπτώσεις ήταν κατάλληλο για καλλιέργεια, δίνοντας το κίνητρο για την αλλαγή. Σίγουρα, αυτή ήταν σταδιακή και σε κάποιες περιοχές πήρε πολλά χρόνια, ίσως προέκυψε και με τυχαίο τρόπο ή με την παρατήρηση του κύκλου της ζωής. Κάποιοι μάλιστα πιστεύουν ότι η εμφάνιση της γεωργίας ακολούθησε τη συνειδητοποίηση του ανθρώπου ότι μπορεί να ελέγξει τη γη, αφού πρώτα εμφάνισε τη θρησκεία ορισμένων θεοτήτων.

Το κλίμα της περιοχής της Σαχάρας άρχισε να μεταβάλλεται γύρω στην 10η χιλιετία, δημιουργώντας βοσκοτόπια και ποτάμια. Έτσι, μεγάλες εκτάσεις γης έγιναν εύφορες. Οι Ατέριοι, λαοί του βορρά, άρχισαν να κατεβαίνουν προς τα εκεί, ενώ λαοί της κεντροδυτικής Αφρικής να ανεβαίνουν προς τη Σαχάρα. Έτσι, συγκεντρώθηκαν διαφορετικοί πληθυσμοί, που αντήλλασσαν ιδέες και αγαθά, με αποτέλεσμα να εξελιχθούν τα εργαλεία κι οι τεχνικές τους κι η Σαχάρα να γίνει κοιτίδα των αλλαγών. Οι μεταβολές αυτές επηρέασαν και τη νοοτροπία των ανθρώπων, που οδηγήθηκαν στους δρόμους του πολιτισμού. Το θέμα αυτό είναι ιδιαίτερο ενδιαφέρον και βέβαια χωρίς καμία οριστική απάντηση. Πολλοί προφανώς κι όχι ένας ήταν οι λόγοι που ο κόσμος άλλαξε.

Στην Αφρική, γύρω στο 16.000 Π.χ., από τους λόφους της Ερυθράς θάλασσας μέχρι τα βορειότερα υψίπεδα της Αιθιοπίας, άρχισαν να συλλέγονται για φαγητό ξηροί καρποί, χόρτα και βολβοί. Μεταξύ 13.000 και 11.000 Π.χ., συλλέγονταν άγριοι σπόροι, μια συνήθεια που εξαπλώθηκε στη δυτική Ασία, όπου αυτοί του κριθαριού και του σιταριού τίθενται σε διαδικασία καλλιέργειας. Μεταξύ 10.000 και 8000 Π.χ., στη βορειοανατολική Αφρική καλλιεργούν σιτάρι και κριθάρι και αυξάνεται ο αριθμός των προβάτων και των βοοειδών με προέλευση τη νοτιοδυτική Ασία. Μια υγρή κλιματολογική φάση στην Αφρική μετέτρεψε τα υψίπεδα της Αιθιοπίας σε ένα ορεινό δάσος. Ομάδες που μιλούσαν μία κοινή γλώσσα, όπως οι ομοτικοί ομιλητές[1] και οι κουσιτικοί (Cushitic)[2], όπως και στις στέπες και τις σαβάνες της Σαχάρας και του Σαχέλ, οι ομιλητές της γλωσσικής ομάδας της Σαχάρας της περιοχής του Νείλου εξημέρωσαν τοπικές ποικιλίες φυτών και ζώων μεταξύ 8.000 και 3.000 Π.χ.

Αργότερα, διέθεταν και οικόσιτα ζώα. Οι άνθρωποι άρχιζαν πλέον να τα παγιδεύουν σε άγρια κατάσταση και να τα κρατούν φυλακισμένα σε κυκλικούς αγκαθωτούς φράχτες. Ξεκίνησαν ακόμη την παραγωγή πήλινων αγγείων σε πιο «μαζικό» ρυθμό, με την έννοια ότι έφτιαχναν μεγαλύτερες ποσότητες και τυποποιούσαν σταδιακά τη μορφή τους. Το ψάρεμα με την χρήση οστών για τη μύτη των καμακιών, που υπήρχε και πριν, έγινε μια σημαντική δραστηριότητα στα πολυάριθμα ρέματα και τις λίμνες που σχηματίζονταν με τις αυξημένες βροχές.

Στη Δυτική Αφρική, η υγρή φάση έφερε την επέκταση του τροπικού δάσους και της δασικής σαβάνας από τα όρια της σημερινής Σενεγάλης ως αυτά του Καμερούν. Μεταξύ 9000 και 5000 Π.χ., οι ομιλητές των γλωσσικών ομάδων του Νίγηρα και του Κονγκό παρήγαν τις δικές τους τοπικές παραλλαγές φυτών, μεταξύ των οποίων και η κόλα (η καφεΐνη του φυτού αυτού χρησιμοποιήθηκε και έδωσε το όνομα στα αναψυκτικά τύπου κόλα). Καθώς τα περισσότερα από τα φυτά αναπτύχθηκαν στο δάσος, εφηύραν τσεκούρια (πελέκεις) με λιασμένη πέτρα για την εκκαθάριση των δασών. Για πρώτη φορά, στη λεγόμενη νεολιθική εποχή, όχι μόνο στην Αφρική αλλά και στην Ασία και την Ευρώπη, έφερε και την αποψίλωση μεγάλων δασικών εκτάσεων, την πρώτη δηλαδή καταστροφική επέμβαση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον.

Τα περισσότερα μέρη της νοτίου Αφρικής, ωστόσο, κατοικούνταν από φυλές πυγμαίων και Khoe-San, που ασχολούνταν με το κυνήγι και την τροφοσυλλογή και δημιούργησαν μερικά απ’ τα παλαιότερα είδη έργων τέχνης από πέτρα. Οι φυλές αυτές έμειναν για καιρό στην νομαδική φάση, ακόμη κι όταν η υπόλοιπη Αφρική πέρασε στον πολιτισμό.

Ακριβώς πριν από την ερημοποίηση της Σαχάρα, οι κοινότητες που αναπτύχθηκαν νότια της Αιγύπτου, στο μέρος που σήμερα είναι το Σουδάν, συμμετείχαν πλήρως στη «νεολιθική εποχή» και έζησαν σε έναν ημι-νομαδικό τρόπο ζωής, με οικόσιτα φυτά και ζώα. Έχει προταθεί ότι τα μεγαλιθικά μνημεία, που βρέθηκαν στο Nabta Playa είναι δείγματα της πρώτης γνωστής αρχαίας αστρονομικής συσκευής στον κόσμο, προγενέστερης του Stonehenge κατά 1.000 χρόνια. Η κοινωνική και πολιτισμική πολυπλοκότητα που παρατηρείται στο Nebta Playa και εκφράζεται από διαφορετικά επίπεδα εξουσίας μέσα στην κοινωνία έχει γίνει η υπόθεση ότι αποτελεί τη βάση για τη δομή τόσο της νεολιθικής κοινωνίας του Nabta, όσο και του Παλαιού Βασιλείου της Αιγύπτου. Η κουλτούρα των Naqada, νότια της Αιγύπτου, ήταν παρόμοια πολιτιστικά και εθνοτικά με αφρικανούς της υποσαχάριας Αφρικής, όπως οι κουλτούρες βόρεια της Αιγύπτου είχαν εκτενείς δεσμούς και συνδέσεις με την Ανατολική Μεσόγειο (Levant). Η ένωση αυτών των κουλτουρών θα πρέπει να ξεκίνησε αργότερα, κατά τη δυναστική περίοδο της αρχαίας Αιγύπτου.

Γύρω στο 5.000 Π.χ. η Αφρική πέρασε σε μια ξηρή φάση και το κλίμα της περιοχής της Σαχάρα σταδιακά γινόταν όλο και ξηρότερο. Ο πληθυσμός ξεκίνησε ένα οδοιπορικό από την περιοχή της Σαχάρα προς όλες τις κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένης και της περιοχής κατά μήκος της κοιλάδας του Νείλου, κάτω από τον δεύτερο καταρράκτη, όπου έκαναν μόνιμους ή ημί-μόνιμους οικισμούς. Μια σημαντική κλιματική κρίση μείωσε τις ισχυρές βροχοπτώσεις στην κεντρική και ανατολική Αφρική. Από τότε, επικράτησαν οι ξηρές συνθήκες στ’ ανατολικά τμήματα της ηπείρου.

Αποτέλεσμα όλων αυτών των αλλαγών ήταν πως οι μικρότερες ομάδες συνενώθηκαν σε μεγαλύτερες. Ακόμη, δεν μπορούμε να μιλάμε για πόλεις, αλλά για ευρύτερες κοινότητες –ουσιαστικά κοινωνίες–, που ενώνουν τις δυνάμεις τους, για να μοιραστούν τη δουλειά. Πλέον η απόκτηση τροφής απαιτεί κόπο και μάλιστα τώρα γεννιούνται οι πρώτες εξειδικεύσεις. Οι ρόλοι μοιράζονται και προκύπτουν τα αποθέματα τροφής. Στην εποχή του κυνηγιού δεν χρειαζόταν να αποθηκεύουν κρέας για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού εύρισκαν τροφή, όποτε επρόκειτο να την χρειαστούν. Τώρα, όμως, περισσεύει, άρα συγκεντρώνεται για το μέλλον, σαν ένα είδος κεφαλαίου και δύναμης. Επομένως, προκύπτει η ανάγκη διαχείρισής της και προφανώς και η πρώτη εξουσία που θα αναλάβει αυτή τη δουλειά. Κάποιοι συγκεντρώνουν περισσότερα και κάποιοι λιγότερα. Οπότε, η ανισότητα είναι αναπόφευκτη μαζί με την ιδιοκτησία. Νιώθουν την επίπλαστη ανάγκη να υπερασπιστούν την κατοχή γης και αποθεμάτων, να κάνουν πολέμους γι’ αυτά. Αναζητούν τρόπους να ισχυροποιηθούν εις βάρος των άλλων. Δε θ’ αργήσουν να αναζητήσουν τα όπλα, που θα τους δώσουν εξουσία και θα τους βοηθήσουν να επιβληθούν στους συνανθρώπους τους. Τα μέταλλα και η επεξεργασία τους θα τους δώσουν την απάντηση που ζητούσαν και θα εγκαινιάσουν μια νέα εποχή.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Σχετικά βιβλία:
Basil Davidson, Ιστορία της Αφρικής
Christopher Ehret, The civilizations of Africa: a history to 1800

————————————————-

[1] Omotic languages: οι ομοτικές γλώσσες είναι ένας κλάδος της αφροασιατικής οικογένειας, που μιλήθηκαν στην νοτιοδυτική Αιθιοπία. Για την αποδώσουν γραπτώς χρησιμοποιούν το αλφάβητο Ge’ez ή και το λατινικό. Συγκεντρώνει διαφορετικά στοιχεία και έχει σύνθετα τονικά συστήματα.

[2] Cushitic languages: είναι ένας κλάδος της αφρο-ασιατικής γλωσσικής οικογένειας, που ομιλείται κυρίως στο Κέρας της Αφρικής (Σομαλία, Ερυθραία, Τζιμπουτί και Αιθιοπία), καθώς και στην κοιλάδα του Νείλου (Σουδάν και Αίγυπτος) και σε μέρη των μεγάλων αφρικανικών λιμνών (Τανζανία και Κένυα). Ο κλάδος πήρε το όνομά του από τον βιβλικό ήρωα Cush, που έχει αναγνωριστεί παραδοσιακά ως ο πρόγονος των ομιλούντων αυτές τις συγκεκριμένες γλώσσες που χρονολογείται στα 947 Ν.χ. (την εποχή των λεγόμενων Χρυσών Λιβαδιών στην Αραβική Ιστορία).

Μουντιάλ-Αλάνα: 0-1

Posted in 1. Αφίσες - Εκδηλώσεις - Συγκεντρώσεις - Κείμενα | No Comments »
«Η εξουσία είναι πάντα ευτυχισμένη κάνοντας το ποδόσφαιρο φορέα μιας διαβολικής υπευθυνότητας για την αποβλάκωση των μαζών».
Ζαν Μποντριγιάρ
 
Η συζήτηση για το ποδόσφαιρο, σαν φαινόμενο, αναπόφευκτα περιστρέφεται γύρω από δύο θεματικές: α) από το ποδόσφαιρο σαν παιχνίδι που εφευρέθηκε από τον άνθρωπο για την ψυχαγωγία, την επικοινωνία και την άσκηση του και β) από το ποδόσφαιρο ως εργαλείο επιβολής και εξουσίας.Κάποιοι αναρωτιούνται γιατί ένα τσούρμο άνθρωποι κυνηγάνε μια μπάλα, άλλοι πάλι βλέπουν το ποδόσφαιρο ως μέσω εκτόνωσης και φυγής από την δύσκολη καθημερινότητα και για άλλους είναι η πραγματικότητα τους. Υπάρχουν και άλλοι που μέσω του ποδοσφαίρου ελέγχουν, αποκτούν εξουσίες και χρήματα και άλλοι που πρόθυμα εξουσιάζονται, αλλά στην εικονική πραγματικότητα του ποδοσφαίρου φαντάζουν ελεύθεροι και δυνατοί. Υπάρχουν και αυτοί που το ποδόσφαιρο έχει μια θέση στην καρδιά τους, γιατί συμβολίζει τα παιδικά τους χρόνια και όνειρα που έκαναν στην αλάνα, με τα ματωμένα γόνατα και τις λερωμένες μπλούζες και θεωρούν ότι μόνο ως τέτοιο μπορεί να υφίσταται.

Το παράξενο με το ποδόσφαιρο είναι ότι δεν μπορεί να μπει στην άκρη. Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο θα υπάρχει και θα παίζει ένα ρόλο, κάποιες φορές αμελητέο και κάποιες άλλες καθοριστικό. Μπορεί κάποιος να μην ασχολείται με το ποδόσφαιρο, αλλά να μην μπορεί να κλείσει μάτι από τις φωνές τού γείτονα και κάποιος άλλος να αναβάλει την τάδε προγραμματισμένη εκδήλωση λόγω ποδοσφαίρου και μη προσέλευσης του κόσμου.

Ακόμα και πόλεμοι συνδέθηκαν κατά κάποιο τρόπο με το ποδόσφαιρο. Δύο χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις είναι ο πόλεμος του Ελ Σαλβαδόρ και της Ονδούρας και εκείνη μεταξύ Σερβίας και Κροατίας. Σίγουρα, στις συγκεκριμένες περιπτώσεις η αιτία δεν ήταν οι ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις μεταξύ των ομώνυμων εθνικών ομάδων, αλλά ήταν τα πρώτα γενικευμένα επεισόδια που σκιαγραφούσαν την υποβόσκουσα κοινωνική πραγματικότητα. Ένα τέτοιο πρόσφατο παράδειγμα είναι και αυτό σε ποδοσφαιρικό αγώνα τον Φεβρουάριο του 2012 στην πόλη Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου λίγο μετά την πτώση του Μουμπάρακ. Στον συγκεκριμένο ποδοσφαιρικό αγώνα εβδομήντα τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν και τουλάχιστον 1.000 τραυματίστηκαν όταν επεισόδια ξέσπασαν μεταξύ οπαδών του Μουμπάρακ και των Αδελφών Μουσουλμάνων. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η εξουσία έχει συνδεθεί με το ποδόσφαιρο και το χρησιμοποιεί για τα δικά της συμφέροντα, καθώς και ότι ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου μπορεί να είναι μικρογραφία μιας υπάρχουσας κοινωνικής κατάστασης.

 

Οι πρόγονοι του σύγχρονου ποδοσφαίρου

Κατά την αρχαιότητα στην Κίνα, στην Ρώμη, στην Αθήνα αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές υπήρχαν παιχνίδια με μπάλα που έμοιαζαν με αυτό που σήμερα αποκαλούμε ποδόσφαιρο. Βέβαια, είναι αρκετά επίφοβο να μπορούμε να έχουμε άμεση ιστορική συσχέτιση εκείνων των παιχνιδιών με την σημερινή μορφή του ποδοσφαίρου.

Στην Κίνα του 11ου Π.χ.1 αιώνα ήταν διαδεδομένο το Τσου-Κου το οποίο παίζονταν με μπάλα γεμισμένη από τρίχες. Την μπάλα την κλωτσούσαν προς ένα τέρμα από μπαμπού πίσω από το οποίο υπήρχε δίχτυ. Το Τσου-Κου τον 5ο αιώνα Π.χ. χρησιμοποιήθηκε για την εκπαίδευση των κινέζων στρατιωτών.

Στον αρχαίο ελλαδικό χώρο ένα παιχνίδι με μπάλα που παιζόταν με τα πόδια ήταν και ο Επίσκυρος. Το παιχνίδι είχε πάρει την ονομασία του από τις πέτρες που οριοθετούσαν την περιοχή του παιχνιδιού, τις λεγόμενες σκύρες. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες είχαν το Harpastum, που και αυτό επίσης παιζόταν με μπάλα και ήταν ιδιαίτερα σκληρό. Τέλος οι Αζτέκοι είχαν το Τλάχτλι. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα παιχνίδια με μπάλα ανά τον κόσμο είχε θρησκευτικό και πολιτικό χαρακτήρα. Για το λόγο αυτό το γήπεδο ονομάζονταν δικαστήριο και ήταν χτισμένο πάντοτε δίπλα σε ναό. Η μπάλα του Τλάχτλι ήταν από καουτσούκ και ζύγιζε περίπου εννέα κιλά. Οι παίχτες φορούσαν προστατευτικά για να αποφύγουν τους μώλωπες που θα τους έκανε η μπάλα χτυπώντας επάνω τους. Ο σκοπός του παιχνιδιού ήταν να περαστεί η μπάλα από ένα κατακόρυφο πέτρινο στεφάνι, που ήταν όχι πολύ ψηλά στον τοίχο, χρησιμοποιώντας όλα τα μέλη του σώματος εκτός από τα πέλματα και τις παλάμες.

Το παιχνίδι συμβόλιζε την μάχη του φωτός με την νύχτα και οι δύο ομάδες συμβόλιζαν αντίστοιχα το φως ή το σκοτάδι, η μπάλα συμβόλιζε τον ουρανό και το στεφάνι την ανατολή ή την δύση (ανάλογα με τον νικητή). Επίσης το παιχνίδι εχρησιμοποιείτο και ως μέσω για την επίλυση διαφορών μεταξύ χωριών και φυλών. Υπάρχουν πληροφορίες που θέλουν τους παίχτες ή τους αρχηγούς τής ηττημένης ομάδας να χάνουν το κεφάλι τους ως θυσία ή ως μέσω για την επίλυση της διαφοράς.

Στο μεσαίωνα τα παιχνίδια με μπάλα εξέφραζαν το ανταγωνισμό μεταξύ φατριών, πόλεων και χωριών. Το ποδόσφαιρο ακόμα δεν είχε ενοποιημένους κανόνες με αποτέλεσμα κάθε περιοχή να είχε τους δικούς της. Κάθε παιχνίδι ποδοσφαίρου στο μεσαίωνα ήταν μια μικρή κοινωνική σύρραξη με αποτέλεσμα να καταλήγει σε οδομαχίες, αφήνοντας πίσω του πολλά κατάγματα, μώλωπες ακόμα και θανάτους. Για το λόγο αυτό οι κατά τόπους εξουσιαστές στην Ευρώπη δεν έβλεπαν το ποδόσφαιρο με καλό μάτι, φοβούμενοι την ανεξέλεγκτη διάσταση που θα μπορούσε να λάβει ένα τέτοιο άγριο παιχνίδι και προσπαθούσαν κατά καιρούς να το απαγορέψουν. Μια τέτοια διαταγή ήταν και αυτή του συμβουλίου των γερόντων της Πίζας το 1030 όπου απαγόρευσε το ποδόσφαιρο στην πλατεία της Μητρόπολης. Οι παραβάτες τιμωρούνταν με αυστηρότατες ποινές. Στην Βρετανία ο βασιλιάς Ερρίκος Β΄ (1154-1189)2 φοβούμενος ανεξέλεγκτες κοινωνικές αναταραχές με αφορμή το ποδόσφαιρο απαγόρευσε την διεξαγωγή αγώνων στην επικράτειά του. Προβλήματα φαίνεται πως δημιούργησε και στον βασιλιά Εδουάρδο Β΄ (1307-1327) όπου γύρω στο 1314 Μ.χ. καθώς έβλεπε τον στρατό που προσπαθούσε να δημιουργήσει για επιδρομή στην Σκωτία να σπαταλά την ενέργεια του στο ποδόσφαιρο, αλλά και φοβούμενος τις εξεγέρσεις που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου, αποφασίζει να φυλακίζει όσους παίρνουν μέρος σε αγώνες ποδοσφαίρου. Οι διώξεις συνεχίστηκαν και επί της βασιλείας του Ερρίκου Δ΄ (1399-1413) και του Ερρίκου Η΄ (1509-1547), όπου μάλιστα ψηφίστηκαν ακόμα ποιο σκληροί νόμοι κατά του ποδοσφαίρου. Την πολεμική κατά του ποδοσφαίρου διατήρησε και η Ελισάβετ Α΄ (1558-1603) με εβδομαδιαίες φυλακίσεις στους ποδοσφαιριστές.

Η ενοποίηση του ποδοσφαίρου

Οι Άγγλοι βασιλείς που για αιώνες εναντιώθηκαν στο ποδόσφαιρο δεν είχαν αντιληφθεί ότι ο ποιο αποδοτικός τρόπος καταστολής είναι η υιοθέτηση, κάτι το οποίο η σημερινή κυριαρχία γνωρίζει καλά. Το ποδόσφαιρο μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα ακόμα και στην Βρετανία, διέφερε από περιοχή σε περιοχή πόσο μάλιστα από χώρα σε χώρα. Η ενοποίηση των κανόνων του ποδοσφαίρου ήρθε με την δημιουργία της Fédération Internationale de Football Association (Διεθνής Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου) το 1904. Από εκεί και ύστερα το ποδόσφαιρο ελέγχεται κεντρικά από αυτή την μεγάλη ομοσπονδία που κατακερματίζεται σε μικρότερες ανά ήπειρο και χώρα. Ο ρόλος βιτρίνα της FIFA είναι ότι ορίζει τους κανονισμούς για το ποδόσφαιρο και μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις που αφορούν το παιχνίδι, αλλά ο κυρίαρχος ρόλος είναι ότι μπορεί να διαχειρίζεται τεράστια οικονομικά ποσά από πολυεθνικές, να παίρνει μίζες για να αποφασίσει σε ποια χώρα θα πάει η επόμενη μεγάλη διοργάνωση, για το ποιος χορηγός θα αναλάβει, για το ποιος θα κατασκευάσει τα γήπεδα κλπ. Χαρακτηριστικά θα μπορούσε να αναφερθεί ο χρηματισμός στελεχών της FIFA από αξιωματούχο του Κατάρ με 5 εκατομμύρια δολάρια για να επιλεγεί το Κατάρ ως η διοργανώτρια χώρα του μουντιάλ του 2022, καθώς και η μίζα 40 εκατομμύριων δολαρίων από τον πρόεδρο της Βραζιλιάνικης ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας για εξασφάλιση δικαιωμάτων μάρκετινγκ. Εκτός από τις μίζες υπάρχουν και τα καθαρά έσοδα από το Μουντιάλ της Βραζιλίας που υπολογίζεται ότι θα ξεπεράσουν τα 5 δις χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν τα έσοδα από τους χορηγούς που θα διπλασιάσουν το ποσό.

Από την άλλη, για την διοργάνωση του μουντιάλ 250.000 άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί βίαια από τις περιοχές όπου ζούσαν για να ανεγερθούν ποδοσφαιρικά γήπεδα και αυτοκινητόδρομοι, η αστυνομία έχει αναλάβει να καθαρίσει τις πόλεις από αστέγους, τοξικομανείς, πόρνες και ο,τιδήποτε άλλο θα μπορούσε να χαλάσει την βιτρίνα του μουντιάλ, ενώ τον τελευταίο χρόνο εκατοντάδες είναι οι άστεγοι που έχουν δολοφονηθεί. Γύρω από το μουντιάλ έχει στηθεί ένας τεράστιος οικονομικό-πολιτικός μηχανισμός που μόνο ποδόσφαιρο δεν θυμίζει και αποτελείται από τηλεοπτικά δικαιώματα, σπόνσορες και στοιχήματα. Επίσης υπάρχουν και τα διάφορα κυκλώματα πορνείας και ναρκωτικών που περιμένουν να κερδίσουν και αυτά με τον τρόπο τους από την διοργάνωση. Ευτυχώς διαψεύστηκαν όσοι πίστεψαν ότι το Μουντιάλ στην Βραζιλία θα μπορούσε να κρύψει και να επισκιάσει τα προβλήματα εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν σε άθλιες συνθήκες. Ο κόσμος στην Βραζιλία βγαίνει στους δρόμους παρά την τεράστια καταστολή και συγκρούεται καθημερινά με τους μπάτσους. Για το λόγο αυτό ο ρόλος της FIFA, όπως και αυτός των περιφερειακών ομοσπονδιών είναι συγκεκριμένος και εντάσσεται στα πλαίσια της υποδούλωσης με εργαλείο ένα δημοφιλές παιχνίδι.

Η ίδια λογική επικρατεί και στις περιφερειακές ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες ανά ήπειρο και χώρα όπου τα οικονομικά ποσά που διακινούνται και η διαπλοκή είναι τεράστια. Στον ελλαδικό χώρο τα πράγματα είναι πασιφανέστατα. Το προεδριλίκι σε μια δημοφιλή ομάδα μπορεί να αποφέρει στον πρόεδρο εκτός από πολλά χρήματα και ακόμη περισσότερη εξουσία. Ο πρόεδρος σε μια δημοφιλή ομάδα μπορεί να αποκτήσει έναν ιδιότυπο στρατό και να τον χρησιμοποιεί όταν το θεωρήσει αναγκαίο, όπως σε «θελήματα» που διευκολύνουν προσωπικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες ή πολιτικές επιδιώξεις. Ο Μπέος στον Βόλο εκμεταλλευόμενος το προεδριλίκι του στην ποδοσφαιρική ομάδα του Ολυμπιακό Βόλου εξελέγη δήμαρχος. Τι και αν για δεκαετίες έστηνε παιχνίδια και φούσκωνε η τσέπη του, τι και αν οδηγήθηκε στην φυλακή για το λόγο αυτό, τι και αν τραμπούκιζε και εκβίαζε όποιον έλεγε κάτι εναντίον του, βάζοντας μπροστά τους μπράβους του; Όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμία σημασία, παρά μόνο ότι είναι πρόεδρος και σαν πρόεδρος έχει πιστούς υπηκόους. Η τεχνική της προβατοποίησης στις δόξες της.

Από την άλλη ο Πειραιάς έχει για δήμαρχο τον αντιπρόεδρο του Ολυμπιακού Γιάννη Μώραλη και το δημοτικό συμβούλιο θυμίζει διοικητική συνέλευση του Ολυμπιακού: Βαγγέλης Μαρινάκης (πρόεδρος του Ολυμπιακού), Πέτρος Κόκκαλης (πρώην πρόεδρος του Ολυμπιακού), Ειρήνη Νταϊφά (κόρη πρώην προέδρου του Ολυμπιακού), Αντώνης Νικοπολίδης (πρώην ποδοσφαιριστής του Ολυμπιακού), Γιώργος Σιγάλας (πρώην μπασκεμπωλίστας του Ολυμπιακού).

Τα δύο αυτά παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά για να πιστέψει κάποιος ότι η κυριαρχία μπορεί να ψυχανεμιστεί τις εκάστοτε τάσεις και ανάλογα να συνεχίσει το κυριαρχικό της έργο. Στην προκειμένη ο Μπέος, ο Μώραλης και ο Μαρινάκης στην συνείδηση του κόσμου εκφράζουν μια δήθεν απολιτική και ακομμάτιστη αλλαγή που χρειάζεται το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Οπότε τα συγκεκριμένα πρόσωπα λόγω της αναγνωρισιμότητας που είχαν εξ αιτίας της ποδοσφαιρικής τους εμπλοκής ήταν κατάλληλα για τις σημερινές εγχώριες εξουσιαστικές ανάγκες. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί, σε όσους συνεχώς πέφτουν από τα σύννεφα, ότι πρόσωπα τύπου Μπέου και Μαρινάκη δεν διαφέρουν από πρόσωπα που επαγγελματικά και οικογενειακά ασχολούνται με την πολιτική, απλά πλέον οι θύρες της πολιτικής έχουν ανοίξει και για μη επαγγελματίες πολιτικούς, που όμως θα κάνουν την ίδια και χειρότερη δουλειά.

Η εξουσία, λοιπόν, έχει τυλίξει το ποδόσφαιρο τόσο σφιχτά και πυκνά όπου μετά βίας αναγνωρίζεται ως παιχνίδι. Η μπάλα δεν είναι φουσκωμένη με αέρα αλλά με πανάκριβα συμβόλαια παιχτών, με στημένους αγώνες για την αποκομιδή χρημάτων, με μίζες, χορηγούς και ξέπλυμα χρήματος και όλα αυτά στηριζόμενα από ένα εξαπατημένο κοινό που κρατιέται για ασφάλεια αποχαυνωμένο στις κερκίδες και στις οθόνες.Ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι που διεξάγεται στην αλάνα ή στο γηπεδάκι της γειτονιάς δεν χρειάζεται τίποτα από τα παραπάνω και έχει πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που το κάνουν να ερωτοτροπεί με την αναρχία. Οι κανόνες ποτέ δεν είναι ίδιοι, διαμορφώνονται ανάλογα με την περίπτωση και τις ανάγκες του παιχνιδιού, ακόμα και εν μέσω παιχνιδιού και δε τηρούνται ποτέ με ευλάβεια. Οι ομάδες ποτέ δεν είναι ίδιες και διαμορφώνονται κάθε φορά νέες ανάλογα με την προσέλευση. Ο διαιτητής είναι άγνωστη λέξη και οι διαφορές λύνονται στο επί τόπου, οι άλυτες διαφορές μπορεί να τερματίσουν το παιχνίδι. Ο κανονικός χρόνος λήξης του παιχνιδιού δεν υπάρχει. Σχεδόν πάντα ο λογαριασμός των γκολ είναι αμφισβητούμενος. Και το ευφυέστερο: Ακόμα και η έννοια του νικητή είναι διττή. Νικητής τις περισσότερες φορές χρίζεται αυτός που θα πετύχει το τελευταίο γκολ, άσχετα εάν σε όλο τον αγώνα δεν έχει πετύχει κανένα. Με αυτό τον τρόπο οποιαδήποτε ομάδα μπορεί να κερδίσει ένα αγώνα, αλλά αυτό δεν εμποδίζει την αντίπαλη ομάδα να θεωρείται η ίδια νικήτρια. Για τους παραπάνω λόγους θα είμαστε με το παιχνίδι της αλάνας, όπου μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε όπως τα μικρά παιδιά, ελεύθερα ανεξούσια και άναρχα.

Ελευθερόκοκκος

1. Όπου Π.χ. και Μ.χ. διάβασε παλαιότερη και μετέπειτα χρονολογία
2. Σε παρένθεση αναφέρονται οι περίοδοι που ήταν στην εξουσία.

Από την Αναρχική Εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.140, Ιούλιος-Αύγουστος 2014.

H Εξέργεση των Ζηλωτών (1342-1349)

Posted in 1. Αφίσες - Εκδηλώσεις - Συγκεντρώσεις - Κείμενα | No Comments »

Μια σημαντική στιγμή των κοινωνικών αγώνων, είναι η εξέγερση των Ζηλωτών και η κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Οι φτωχοί της πόλης δημιούργησαν την κομμούνα της Θεσσαλονίκης κι απέδειξαν –και τότε– πως μπορούν. Οι δυνάμεις της κυριαρχίας έπεσαν επάνω στους εξεγερμένους προκειμένου να τους συντρίψουν. Η επτάχρονη διάρκειά της αντιμετώπισε μια διαρκή πολιορκία από τις δυνάμεις των ευγενών και των τούρκων συμμάχων του αυτοκράτορα. Σε κάθε πόλη, σε κάθε εποχή (Κομμούνα της Θεσσαλονίκης, Παρισινή Κομμούνα κ.α.) η ιερά συμμαχία των εξουσιαστών συσπειρώνεται αποδεικνύοντας την απόλυτη εχθρότητα της απέναντι στους ανθρώπους.

 

«Μόλις εκδηλώθηκε η ρήξη μεταξύ της χήρας Αυτοκράτειρας Άννας της Σαβοΐας και του Ιωάννη του Καντακουζηνού, ο πληθυσμός της Αυτοκρατορίας διαιρέθηκε σε δύο στρατόπεδα. Στο ένα ανήκαν οι ευγενείς, υποστηριχτές του αρχηγού τους –του Καντακουζηνού– και στο άλλο ο λαός, ο οποίος κρατούσε μια ολοφάνερα εχθρική στάση απέναντί τους.

Ο Καντακουζηνός, μόλις είχε αυτοανακηρυχθεί Αυτοκράτορας, υπό την πίεση των γεγονότων και του κόμματός του. Γνωστοποιώντας την άνοδό του στο θρόνο στους κατοίκους των πόλεων, τους προέτρεπε μέσω των επιστολών του να μην αναγνωρίσουν καμία άλλη εξουσία πλην της δικής του. Όμως οι προσταγές του δεν έτυχαν της ίδιας αντιμετώπισης σε όλη την επικράτεια. Αν και οι ευγενείς τις αποδέχθηκαν με επευφημίες, ο λαός αντιθέτως δεν ήθελε να τις αποδεχθεί. Η κατάσταση ήταν σε τέτοιο βαθμό τεταμένη, που το παραμικρό μπορούσε άμεσα να επισπεύσει σοβαρά γεγονότα. Πράγμα το οποίο και έγινε.

Στην Αδριανούπολη οι ευγενείς υποδεχόμενοι μ’ ενθουσιασμό τις επιστολές του Καντακουζηνού, συγκάλεσαν την εκκλησία του δήμου για να αναγνώσουν δημοσίως την επιστολή. Ο δήμος, όμως, κρατούσε μια εχθρική στάση. Ορισμένοι εκπρόσωποί του μάλιστα τόλμησαν να πάρουν το λόγο μέσα στο συγκεντρωμένο πλήθος και να επιτεθούν στον Καντακουζηνό. Όμως οι ευγενείς, γελοιοποιώντας τους, έλαβαν πολύ αυστηρά μέτρα εναντίον τους. Διέταξαν να τιμωρηθούν με μαστίγωση όσοι απ’ το πλήθος είχαν καταφερθεί πιο έντονα κατά των συμφερόντων του Αυτοκράτορα που σφετερίστηκε το θρόνο.

Το γεγονός αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η άδικη και βάρβαρη αυτή τιμωρία εξόργισε στο μέγιστο βαθμό τον δήμο. Ξέσπασε εξέγερση· οι ευγενείς κυνηγήθηκαν, φυλακίστηκαν και οι περιουσίες τους δημεύτηκαν. Έτσι οι φτωχοί, κατάφεραν να πάρουν στα χέρια τους την διοίκηση της πόλης.

Το παράδειγμα των κατοίκων της Αδριανούπολης βρήκε παντού μιμητές –διότι όπως είδαμε οι φτωχοί εχθρεύονταν τους ευγενείς και τους πλούσιους, τόσο στην επαρχία όσο και στην Κωνσταντινούπολη και παντού η απόπειρα του Καντακουζηνού ν’ αποκληρώσει τον Ιωάννη τον Ε΄ και να σφετεριστεί τον θρόνο κατακρίθηκε σε μεγάλο βαθμό.

Η εξέγερση, κατά συνέπεια, εξαπλώθηκε αστραπιαία. Παντού ανατρεπόταν η αριστοκρατική τάξη, οι ευγενείς συλλαμβάνονταν και στέλνονταν μαζικά στην Κωνσταντινούπολη. Όσοι δεν εκδιώχθηκαν, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα τους, καθώς αδυνατούσαν να εμπιστευθούν ακόμη και τους πιο οικείους τους, φοβούμενοι προδοσία. Όμως, πουθενά δεν έλαβε η εξέγερση τόσο σημαντικές διαστάσεις και δεν οργανώθηκε τόσο καλά όσο στην Θεσσαλονίκη. […] Ο λαός της πόλης, υπέφερε κάτω απ’ τον ζυγό των ευγενών, και δεν μπορούσε, φυσικά, να τους συνδράμει σε τούτη την κρίση, ούτε μπορούσε να βοηθήσει τον αρχηγό τους, τον Καντακουζηνό.

[…] Οι Ζηλωτές έλεγαν πως, καθώς ήταν αφοσιωμένοι στον αυτοκράτορα Ιωάννη, αδυνατούσαν ν’ αναγνωρίσουν την εξουσία του Καντακουζηνού, ο οποίος δεν μπορούσε να τους δίνει διαταγές για τίποτα. Ο τελευταίος δηλώνει πως αυτό δεν ήταν παρά μια πρόφαση· «στην πραγματικότητα είχαν εγκαθιδρύσει μια αυτόνομη εξουσία στην Θεσσαλονίκη». Το γεγονός αυτό αποδεικνύει, το ανεξάρτητο πνεύμα της διακυβέρνησής τους.

[…] Έτσι ο Καντακουζηνός έπρεπε να βασιστεί μόνο στους ευγενείς της πόλης και, ως κάποιο βαθμό, στην φρουρά, η οποία βρίσκονταν επίσης υπό τις διαταγές των ευγενών. Και όσον αφορά τη μεσαία τάξη, μάλλον αντιμετώπιζε περισσότερο ευνοϊκά τους Ζηλωτές και κρατούσε μια συνετή στάση αναμονής.

[…] Οι Ζηλωτές στις αρχές του καλοκαιριού του 1342, βλέποντας ότι ο Συναδηνός έπαιζε το παιχνίδι του Καντακουζηνού, προκάλεσαν μια στάση η οποία κατέληξε στον διωγμό του διοικητή και των οπαδών του. […] Οι καταπιεσμένοι πένητες, οι οποίοι ζητούσαν μια αφορμή μονάχα για ν’ αποτινάξουν το ζυγό τους, τους καταδίωξαν παντού. […]

Ο Συναδηνός κι ένας μεγάλος αριθμός ευγενών διέφυγαν βιαστικά. Οι εξεγερμένοι έφτασαν στην οικία του, κακομεταχειρίστηκαν και τραυμάτισαν ορισμένους υπηρέτες οι οποίοι προέβαλαν κάποια αντίσταση και την λεηλάτησαν. Έπειτα έφυγαν αναζητώντας άλλους ευγενείς. Πράγματι, πολλοί απ’ αυτούς, μη έχοντας προλάβει να διαφύγουν εγκαίρως, είχαν βρει καταφύγιο στα ιερά των εκκλησιών ή κρύβονταν όπου μπορούσαν.

[…] Λίγο αργότερα ο Ουμούρ μπέης φθάνει με εξήντα πλοία μονάχα και αγκυροβολεί στο λιμάνι του Κλοπά, το οποίο βρισκόταν εξήντα στάδια μακριά απ’ τη Θεσσαλονίκη. Η απόβαση των Τούρκων, των συμμάχων του Καντακουζηνού, έφερε κι άλλες σκηνές λεηλασιών και φόνων. Τα περίχωρα της πόλης καταστράφηκαν ολοκληρωτικά και οι κάτοικοι δολοφονήθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν ως σκλάβοι. Όμως, αυτό λίγο ενδιέφερε τον Καντακουζηνό και τους ευγενείς απ’ τη στιγμή που όλ’ αυτά χρησίμευαν στις φιλοδοξίες τους.

[…] Η πολιορκία της Βέροιας λύθηκε και ο Καντακουζηνός, αφού έλαβε ενισχύσεις απ’ τη Θεσσαλία και βοήθεια απ’ τον μουσουλμάνο σύμμαχό του, άρχισε την επίθεση. Έφθασε μπροστά στην Θεσσαλονίκη, την οποία πολιόρκησε για εφτά μέρες. Όμως οι Ζηλωτές είχαν λάβει όλα τ’ απαραίτητα μέτρα. Η πόλη φυλασσόταν καλά, γίνονταν τακτικές επιθεωρήσεις στα τείχη και παντού στους δρόμους, στις πλατείες και στα προπύργια δεν έβλεπες παρά στρατιώτες και ένοπλους πολίτες.

[…] Ο Ουμούρ μπέης για να διευκολύνει τη νικητήρια έκβαση έστειλε αντιπροσωπεία στους Ζηλωτές, καλώντας τους να παραδοθούν και υποσχόμενος ως αντάλλαγμα να ελευθερώσει τους χριστιανούς που είχε αιχμαλωτίσει ο στρατός του.

Ήταν μια έξυπνη κίνηση για να κερδίσει τους πολυάριθμους συγγενείς των αιχμαλώτων αυτών, που κατοικούσαν στην πόλη. Οι Ζηλωτές ένοιωσαν τον κίνδυνο. Δεν αποδέχθηκαν τους όρους αυτούς και αποφάσισαν να προβούν σε μια εντυπωσιακή κίνηση. Υποπτευόμενοι έναν ευγενή, συγγενή της οικογένειας των Παλαιολόγων ότι εξύφαινε συνωμοσία, τον έσυραν έξω απ’ την οικία του και τον εκτέλεσαν στην κεντρική πλατεία ως προδότη του έθνους.

[…]Το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης τοποθετούνταν εχθρικά προς τον Καντακουζηνό και τους ευγενείς οφειλόταν στο ότι τους θεωρούσαν υπεύθυνους για όλα τα δεινά που είχαν υποστεί. Ορισμένοι θρηνούσαν συγγενείς που είχαν σφαγιαστεί ή αιχμαλωτιστεί απ’ τους Τούρκους. άλλοι είχαν δει μέσα σε μια μέρα να καταστρέφονται, την εξοχική τους κατοικία να λεηλατείται, να καίγεται, να καταστρέφεται συθέμελα. Επίσης, υπήρχε μια ομάδα χωρικών οι οποίοι είχαν κλειστεί μέσα στη πόλη μαζί με τα κοπάδια τους. Η τροφή δεν επαρκούσε για τα ζώα και οι ιδιοκτήτες τους τα έβλεπαν να πεθαίνουν κατά εκατοντάδες, ανήμποροι να κάνουν κάτι γι’ αυτό. Τα πτώματα στοιβάζονταν μολύνοντας τον αέρα, γεγονός το οποίο επέφερε τρομερές ασθένειες. Και ποιούς θεωρούσαν υπεύθυνους για όλ’ αυτά τα δεινά; Τους ευγενείς και τον αρχηγό τους, τον Καντακουζηνό.

Ακριβώς αυτή τη στιγμή οι πλούσιοι και οι ευγενείς, οι οποίοι υπέφεραν λιγότερο απ’ τους υπόλοιπους, συνωμοτούσαν επιθυμώντας ν’ ανατρέψουν τους Ζηλωτές!

[…] ο Τούρκος εμίρης έφυγε και, διασχίζοντας τη Θράκη, επέστρεψε στα εδάφη του. Παρ’ όλ’ αυτά άφησε έξι χιλιάδες άνδρες στον Καντακουζηνό, τόσο για να τον βοηθήσουν στις εκστρατείες του, όσο και για να λεηλατήσουν την περιοχή. Τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα το φθινόπωρο του 1343.

[…] Ο Καντακουζηνός βλέποντας πως απείχε πολύ απ’ το να κατακτήσει την πόλη φεύγει κι αυτός για τη Θράκη, επιτρέποντας έτσι στους Θεσσαλονικείς να ζήσουν με περισσότερη ελευθερία.

Η Μακεδονία έπεσε τότε ολοκληρωτικά στα χέρια των Σέρβων, ενώ οι Βυζαντινοί συνέχιζαν να πολεμούν με την βοήθεια των Τούρκων και των Βούλγαρων και να μοιράζουν μεταξύ τους την υπόλοιπη αυτοκρατορία με άνισες προοπτικές. Η Θεσσαλονίκη μονάχα, απομονωμένη, παρέμενε σχεδόν ανεξάρτητη υπό την διακυβέρνηση των Ζηλωτών, οι οποίοι είχαν δηλώσει ότι δεν θα παραδίνονταν σε κανέναν (περί το 1344 με 1345).

[…] Γρήγορα τα πράγματα έγιναν και πάλι ταραχώδη στην Θεσσαλονίκη. Ενόσω ο Καντακουζηνός ανακηρυσσόταν Αυτοκράτορας στην Αδριανούπολη και η κατάσταση του έμοιαζε να βελτιώνεται μετά την δολοφονία του Απόκαυκου, καθώς η Θράκη και η Μακεδονία βρίσκονταν υπό την διακυβέρνησή του, οι ευγενείς της Θεσσαλονίκης προσπάθησαν με τη σειρά τους, το 1345, ν’ ανατρέψουν το κοινοτικό καθεστώς των Ζηλωτών.

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΕΥΓΕΝΩΝ ΤΟ 1345

[…] Ο Απόκαυκος, αφού είχε δολοφονήσει τον συν-άρχοντα του, πήρε την εξουσία στα χέρια του και τάχθηκε με το μέρος του Καντακουζηνού. Αποκατέστησε τους ευγενείς και φυλάκισε τους Ζηλωτές, τους οποίους έστειλε στον Πλαταμώνα και σε άλλες πόλεις για να τους φυλακίσουν· εξόρισε κι άλλους πολίτες τους οποίους υποπτευόταν ότι ήταν συμπαθούντες των Ζηλωτών. Παρά ταύτα μόλις ικανοποιήθηκε η φιλοδοξία του να γίνει ο μοναδικός άρχοντας στην πόλη, άλλαξε ξαφνικά στάση απέναντι στο κόμμα του Καντακουζηνού. Όντας τόσο φιλάργυρος, ώστε να καταχραστεί όσο το δυνατόν περισσότερο χρήμα, άρχισε να ζητά απ’ τους πλούσιους, τους οποίους κατηγορούσε ότι υποστήριζαν τα συμφέροντα του Καντακουζηνού. Οι πλούσιοι δεν μπορούσαν να υπερασπίσουν σε καμία περίπτωση τον εαυτό τους, διότι οι ίδιοι είχαν απερίσκεπτα εκδηλωθεί ήδη, στην συνομωσία κατά του Μιχαήλ Παλαιολόγου. Συνεπώς, πλήρωσαν τα ποσά που τους ζητήθηκαν χωρίς να διαμαρτυρηθούν. Έπειτα απ’ αυτό απαίτησε από ορισμένους απ’ αυτούς ν’ αλλάξουν στάση και να εγκαταλείψουν τον Καντακουζηνό. Όλες αυτές οι ενέργειες είχαν έναν και μόνο σκοπό: να δείξουν στον Αλέξιο τον Απόκαυκο, ο οποίος ζούσε ακόμη τότε, ότι δεν είχε εγκαταλείψει διόλου την πολιτική του.

Εκείνη τη στιγμή δολοφονούν τον Αλέξιο τον Απόκαυκο. Τότε ο Ιωάννης αλλάζει και πάλι στάση και δηλώνει οπαδός του Καντακουζηνού. Του προτείνει μάλιστα να του παραδώσει την Θεσσαλονίκη.

[…]Συγκάλεσε επί του προκειμένου μια συνέλευση, στην οποία προσκάλεσε τους πιο επιφανείς πολίτες καθώς και τους αρχηγούς της φρουράς, ώστε να πάρει μιαν απόφαση. Όλοι συμμερίζονταν τη άποψή του. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και κάποιος Γεώργιος Κοκαλάς ο οποίος, κατά τον Καντακουζηνό, είχε αλλάξει πολλές φορές γνώμη ανάλογα με τις εκβάσεις του εμφυλίου, ο οποίος όμως ήταν περισσότερο υποστηριχτής του και ο Ανδρέας Παλαιολόγος, ένας Ζηλωτής τον οποίον δεν είχαν ενοχλήσει, λόγω της μετριοπάθειάς του. Και αυτοί ενέκριναν τις αποφάσεις του κυβερνήτη έστω και με βαριά καρδιά.

Ο τελευταίος έθεσε σ’ εφαρμογή τις αποφάσεις αυτής της συνέλευσης, η οποία επιπλέον ήταν παράνομη, καθώς ο λαός είχε αποκλειστεί απ’ αυτήν. Ταυτόχρονα έστειλε τον Νικόλαο Καβάσιλα και τον Φαρμάκη στον Μανουήλ, γιο του Καντακουζηνού ο οποίος τότε κατείχε την Βέροια για να του ζητήσει στρατό. Ο Καντακουζηνός είχε προβλέψει τα γεγονότα αυτά και είχε εξουσιοδοτήσει τον γιο του να εκχωρήσει όλα τα προνόμια που θα ζητούσε η Θεσσαλονίκη με μόνο όρο να του παραδοθεί.

Οι Θεσσαλονικείς απεσταλμένοι ζήτησαν δύο πράγματα:
1ον ασυλία για την κοινότητα και
2ον να συνεχίσει να βρίσκεται στην εξουσία ο Ιωάννης ο Απόκαυκος, οι υπόλοιποι ευγενείς και οι αρχηγοί της φρουράς με ικανοποιητικές αποδοχές.

[…] Ο Ανδρέας Παλαιολόγος ήταν δυσαρεστημένος για διάφορους λόγους. Σε μια συνέλευση που έλαβε χώρα στην οικία του Απόκαυκου, πήρε το λόγο και με ζήλο πολέμησε τις αποφάσεις που είχαν ληφθεί στην προηγούμενη συνέλευση. Κατάφερε μάλιστα να προκαλέσει σχίσμα μεταξύ των παρευρισκομένων και εκμεταλλευόμενος την γενική αναστάτωση, ξεγλίστρησε μ’ επιδεξιότητα. Οι αντίπαλοί του θορυβήθηκαν πολύ, αλλά δεν κατάφεραν να λάβουν μια οριστική απόφαση. Ο Παλαιολόγος, εκτιμώντας ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο αποφάσισε να προλάβει τα γεγονότα. Κατευθύνθηκε προς την μεριά της ναυτικής πύλης όπου κατοικούσαν οι ναυτικοί –το κομμάτι του πληθυσμού που φοβόντουσαν περισσότερο οι ευγενείς– οι οποίοι αντιστέκονταν πάντα κατά τη διάρκεια των στάσεων και απευθύνθηκε σ’ αυτούς. Ο Κοκάλας, απ’ τη μεριά του, δεν μπορούσε ούτε κι εκείνος ν’ αντέξει τη θέα του Ιωάννη του Απόκαυκου στη θέση του αρχηγού των πολιτικών υποθέσεων, εναντίον του οποίου έτρεφε πικρία για προσωπικούς λόγους και προέτρεπε τους διστακτικούς πολίτες να εξεγερθούν. Ο Ανδρέας Παλαιολόγος, απευθύνθηκε και στους Ζηλωτές, οι οποίοι κυκλοφορούσαν στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, καθώς και σε όσους ήταν κρυμμένοι μέσα στην ίδια την πόλη. Εμφανίστηκαν όλοι εν ριπή οφθαλμού. Αμέσως σύσσωμος ο δήμος, ο οποίος έμοιαζε να κρατά εχθρική στάση απέναντι στους Ζηλωτές, όπως περιγράφει ο Καντακουζηνός, όταν κλήθηκε να τους υποστηρίξει έτρεξε, έτοιμος να κινηθεί κατά των ευγενών.

Παρ’ όλ’ αυτά τίποτα δεν ήταν τόσο καλά οργανωμένο, ώστε να θριαμβεύσουν οι Ζηλωτές^ και εάν ο Ιωάννης ο Απόκαυκος είχε κινηθεί με τους υποστηριχτές του και την φρουρά που είχε στην διάθεσή του –γύρω στα οχτακόσια άτομα– κατά των αντιπάλων του εκείνη τη στιγμή, θα τους είχε διαλύσει μ’ ευκολία. Όμως έχασε το χρόνο του σε διαπραγματεύσεις. Έστειλε τον Παλαιολόγο τον Κοτεανίτση, αρχηγό της φρουράς για να προτείνει συμβιβασμό. Ο τελευταίος πήγε στον χώρο όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι οι οπαδοί του Παλαιολόγου, αλλά δίχως να προλάβει να πει ούτε μια λέξη, οι Ζηλωτές οι οποίοι δεν ήθελαν ν’ ακούσουν τίποτα για ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, τον χτύπησαν. Χάρη στον δερμάτινο θώρακα που φορούσε κατάφερε να γλυτώσει χωρίς τραυματισμούς και διέφυγε προς το μέρος που βρισκόταν ο Απόκαυκος. Ο τελευταίος, μαθαίνοντας τι είχε συμβεί οργίστηκε και θέλησε να κινηθεί αμέσως κατά του Παλαιολόγου και των Ζηλωτών.

Εκείνη τη στιγμή μπορούσε ακόμη να το πετύχει, διότι ο πληθυσμός ήταν αναποφάσιστος. Όμως, ο Κοκάλας τον απέτρεψε συμβουλεύοντάς τον να περιμένει λίγο, καθώς, όπως έλεγε, η κοινή λογική θα θριάμβευε στις πράξεις του Παλαιολόγου.

Νύχτωσε. Ο Απόκαυκος, με το στρατό και τους υποστηριχτές του οπλισμένους είχαν στρατοπεδεύσει μπροστά στην Ακρόπολη, μέσα στην πόλη. Όλος ο πληθυσμός βρισκόταν σε τρομερή αναστάτωση.

Άκουγε κανείς τη κλαγγή των όπλων, τις κραυγές και έναν συνεχή συγκεχυμένο θόρυβο που μπερδευόταν με τα σαλπίσματα των τρομπετών, που δεν σταμάτησαν να ηχούν όλη τη νύχτα απ’ τη μεριά της θάλασσας. Οι ναύτες και οι Ζηλωτές καλούσαν έτσι τον λαό να πάρει τα όπλα και να στραφεί κατά των ισχυρών. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν δίχως ν’ αγνοούν ούτε στο ελάχιστο τις διαθέσεις του πλήθους. Παρ’ όλ’ αυτά περίμεναν ότι κάποιο κομμάτι τουλάχιστον του λαού θα τασσόταν με το μέρος τους.

Την επομένη το πρωί, ο Ιωάννης ο Απόκαυκος και οι δικοί του, έχοντας πάρει κουράγιο, άρχισαν να κινούνται για να επιτεθούν στους αντιπάλους τους. Όμως ο Κοκάλας πρότεινε για μια ακόμη φορά συμβιβασμό. Μάλιστα ήταν ο ίδιος υπεύθυνος για τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων. Ήταν μια καλή ευκαιρία γι’ αυτόν να προδώσει τον αφέντη του. Όταν πηγαινοερχόταν στο στρατόπεδο των Ζηλωτών τους ενημέρωνε για τα γεγονότα στο στρατόπεδο των ευγενών, τους εμψύχωνε και τους προέτρεπε να εξεγερθούν. Κατάφερε μάλιστα να διαφθείρει και τους στρατιώτες του Απόκαυκου τους οποίους δέσμευσε να μην πολεμήσουν.

Ταυτόχρονα, ο πληθυσμός παίρνοντας επιτέλους μιαν απόφαση, τάχθηκε υπέρ των Ζηλωτών. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο αντίπαλων μερών ήταν τότε αναπόφευκτη.

[…] το πλήθος έβαζε φωτιά στις πύλες της Ακρόπολης απ’ την εσωτερική πλευρά, την οποία δεν υπερασπιζόταν κανείς… Το πλήθος ξεχύθηκε στο εσωτερικό. Σκότωσε επί τόπου δύο ευγενείς οι οποίοι βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή μπροστά στις πύλες. Έπειτα, αιχμαλωτίζοντας τους υπόλοιπους άρχισε να τους ληστεύει. Ούτε και οι στρατιώτες, χάρη στους οποίους είχε αποφευχθεί μια σίγουρη αιματοχυσία, γλίτωσαν στην αρχή. Με την πρώτη ευκαιρία τους πήραν τ’ άρματα, τ’ άλογα, τα ενδύματα. Όμως ο Κοκάλας και ο Παλαιολόγος παρενέβησαν κι ό,τι ανήκε στους στρατιώτες τους επεστράφη αμέσως. Ο Ιωάννης ο Απόκαυκος και εκατό περίπου ευγενείς συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν μέσα στο ίδιο το κάστρο.

[…] Γύρω στο μεσημέρι της ίδιας μέρας, μαθεύτηκε στην πόλη το νέο –αληθές ή μη–, ότι οι φυλακισμένοι το ’χαν σκάσει, είχαν καταλάβει το κάστρο και ήταν έτοιμοι να υποδεχτούν τα συμμαχικά στρατεύματα απ’ τη Βέροια. Ο λαός είχε πάρει και πάλι τα όπλα και είχε καταφθάσει οργισμένος μπροστά στην Ακρόπολη. Όμως όσοι κατοικούσαν εκεί, οι οποίοι το πρωί, την ώρα της πρώτης εισβολής, είχαν κακοπάθει αρκετά, φοβούμενοι μια νέα καταστροφή, κυρίως, λόγω του ότι, κατά τον Καντακουζηνό, μεταξύ των εισβολέων ήταν και κάποιοι μεθυσμένοι, έκλεισαν τις πύλες. Την ίδια ώρα ανέβηκαν στα τείχη και ικέτευσαν τους επιτιθέμενους να δείξουν έλεος. Οι τελευταίοι συμφώνησαν μ’ έναν μόνο όρο: να τους παρέδιδαν τους αιχμάλωτους, ρίχνοντάς τους απ’ τα τείχη, τα οποία είχαν πάνω από εφτά μέτρα ύψος.

Πρώτα έριξαν τον Απόκαυκο. Έπεσε στο έδαφος, χωρίς να χτυπήσει πολύ άσχημα. Το πλήθος δίστασε για μια στιγμή. ένας Ζηλωτής όμως προχώρησε μπροστά και, κατακρίνοντας τους υπόλοιπους για την αδυναμία που επεδείκνυαν, έκοψε μ’ ένα σπαθί το κεφάλι του διοικητή. Τα σπαθιά του πλήθους διαπέρασαν τότε το κορμί του ξανά και ξανά. Έπειτα έριξαν και τους υπόλοιπους ευγενείς, αυτούς που οι Ζηλωτές καλούσαν ονομαστικά.

[…] «Κάπου ο υπηρέτης έσπρωχνε τον κύριο, κάπου αλλού ο σκλάβος αυτόν που τον είχε αγοράσει. Ο χωρικός έσερνε τον στρατηγό και ο αγρότης τον στρατιώτη».

[…]Ο Καντακουζηνός υπονοεί ότι η παρέμβαση των αρχηγών των Ζηλωτών δεν ήταν ειλικρινής. Όμως αυτή η άποψη δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Οι αρχηγοί των Ζηλωτών ήταν παντελώς ανίσχυροι να εμποδίσουν την σφαγή. Απόδειξη για το παραπάνω είναι το γεγονός ότι η οργή του πλήθους ξέσπασε και σ’ αυτούς.

[…] Μονάχα ένας μικρός αριθμός ευγενών κατάφερε να σωθεί κρυμμένος σε γείτονες, σε ιερά εκκλησιών ή σε πάτους πηγαδιών. Με αυτά τα αιματηρά γεγονότα κατάφεραν οι Ζηλωτές να πάρουν και πάλι την πόλη στα χέρια τους.

Συνέχισαν δε να κρατούν την ίδια στάση απέναντι στον Καντακουζηνό, ακόμη και μετά την συμφιλίωσή του με την Άννα της Σαβοΐας και τον Ιωάννη τον Ε` Παλαιολόγο.

Οι Ζηλωτές, πράγματι, δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να υπακούσουν τις διαταγές της Κωνσταντινούπολης. Στην διάρκεια των δύο ετών που ακολούθησαν την συμφιλίωση μεταξύ του Καντακουζηνού και της αυτοκρατορικής αυλής, δηλαδή μεταξύ του 1347 και του 1349, οι Ζηλωτές κυβερνούσαν την Θεσσαλονίκη σαν ανεξάρτητη κοινότητα.

[…] Ο Καντακουζηνός δεν μπορούσε αυτή τη φορά ν’ αντιμετωπίσει τα γεγονότα. Για καλή του τύχη έμαθε πως εικοσιδύο τουρκικά πλοία λεηλατούσαν την περιοχή κοντά στον Στρυμόνα. Τους ζήτησε ενισχύσεις. Ταυτόχρονα επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη όπου με την βοήθεια του αυτοκράτορα Ιωάννη μπόρεσε να καταπνίξει την εξέγερση. Λίγο αργότερα, βλέποντας ότι οι Θεσσαλονικείς τον υποδέχονταν θερμά και ότι τον επευφημούσαν στο πλάϊ του νόμιμου αυτοκράτορα, ο Καντακουζηνός κάλεσε μια γενική συνέλευση, όπου διηγήθηκε τα γεγονότα του εμφύλιου και υπερασπίστηκε τον εαυτό του για όλα όσα του είχαν προσάψει οι Ζηλωτές. Παρουσίασε δε την Κίνησή τους κάθε άλλο παρά αφοσιωμένη στον αυτοκράτορα Ιωάννη, όπως διατείνονταν, αλλά σαν μια συνωμοσία θεόφτωχων οι οποίοι συνεργάζονταν με μόνο στόχο να λεηλατήσουν τους πλούσιους. Κυρίως τους κατηγόρησε πως ήταν σύμμαχοι και όργανα των Σέρβων. Έτσι κατάφερε να στρέψει την κοινή γνώμη με το μέρος του. Οι αρχηγοί των Ζηλωτών συνελήφθησαν και τους έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη^ κάποιοι άλλοι, απλώς, εκδιώχθηκαν ως ταραχοποιά στοιχεία. Ο Γρηγόρης Παλαμάς κατάφερε επιτέλους να καταλάβει το αξίωμά του και επευφημήθηκε απ’ το ίδιο πλήθος, το οποίο λίγο καιρό πριν δεν τον ήθελε. Σ’ ένα κήρυγμα προς το λαό, ο Παλαμάς επικαλέστηκε την ενότητα και την ειρήνη. Αυτά τα καθησυχαστικά λόγια ήταν τότε πολύ απαραίτητα, καθώς θα μπορούσε κανείς να αναμείνει αντίποινα απ’ τη μεριά των ευγενών.

Έτσι έληξε τελικά η κοινοτική διακυβέρνηση των Ζηλωτών, για την οποία μίλησαν με πολύ άσχημα λόγια οι σύγχρονοι συγγραφείς, μην έχοντας εννοήσει ούτε στο ελάχιστο τις ανώτερες αρχές της πολιτικής των Ζηλωτών.

 

Τα αίτια της εξέγερσης

Το κύριο αίτιο της επανάστασης κατά των ευγενών ήταν η φριχτή οικονομική κατάσταση του πληθυσμού. Οι ασταμάτητες εισβολές, οι εμφύλιες διαμάχες, η κατάχρηση των φόρων απ’ τους δημόσιους υπάλληλους και κυρίως η εκμετάλλευση των φτωχών απ’ τους πλούσιους προκάλεσαν την μεγάλη φτώχεια, την γενική δυσαρέσκεια.[…] Μια δεδομένη στιγμή, οι πολιτικές έριδες μετατράπηκαν σ’ έναν ανελέητο πόλεμο μεταξύ των δύο τάξεων. Ο λαός ο οποίος μισούσε τους πλούσιους, σήκωσε το κεφάλι: στην Αδριανούπολη, στην Ηράκλεια, στην Θεσσαλονίκη καθώς και στην άλλη πλευρά της ηπείρου, με λίγα λόγια παντού.

Επιθυμούσαν να ξεφορτωθούν τους τυράννους, δηλαδή τους πλούσιους και ταυτόχρονα ήλπιζαν να σφετεριστούν τις περιουσίες τους. Εδώ, ο Καντακουζηνός υπονοεί ότι κυρίως αυτό ωθούσε τις μάζες κατά των ευγενών παρά η αφοσίωσή τους στον νόμιμο αυτοκράτορα, τον Ιωάννη τον Ε`.

Σημειωτέον ότι στη Γένοβα, το 1339, ο λαός έζησε τις μέρες θριάμβου του κατά της αριστοκρατίας[…]. Η επανάσταση της Γένοβα έγινε, φυσικά, γνωστή στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Είδαμε πως κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, οι Βυζαντινοί και κυρίως οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης εκτιμούσαν ιδιαίτερα τους κατοίκους της Γένοβα. Οι Θεσσαλονικείς είχαν, συχνά, την ευκαιρία να συναντήσουν ιταλούς δημοκράτες και κυρίως κατοίκους της Γένοβα, καθώς αρκετοί κατέφθαναν στην πόλη. Οι Θεσσαλονικείς γνώριζαν εις βάθος τον τρόπο σκέψης αυτών των ξένων, για τους οποίους «η καταπίεση ενός μόνο συμπολίτη τους ήταν καταπάτηση των δικαιωμάτων του συνόλου».

Γνώριζαν επίσης ότι στις ιταλικές δημοκρατίες είχαν αφαιρέσει κάθε κοσμική εξουσία απ’ τους επισκόπους και είχαν αναγκάσει τους πατρικίους «να υποταχθούν και να επιζητούν το κοινό δίκαιο». Ταυτόχρονα, διαπίστωναν πως «η δημοκρατία, αφού εξομοίωσε όλες τις τάξεις του έθνους με τους πρίγκηπες, αφαίρεσε όλα τα προνόμια απ’ τα τάγματα»[…]

[…] Εξ άλλου, υπήρχε και μεγάλη δυσαρέσκεια κατά των ευγενών, η οποία προερχόταν απ’ την Κωνσταντινούπολη, όπου ο Αλέξιος ο Απόκαυκος, αρχηγός του λαϊκού κόμματος, είχε την εξουσία στα χέρια του. Ο φτωχός πληθυσμός είχε βρει την καλύτερη αφορμή για να εξεγερθεί, ο πληθυσμός αυτός που μισούσε τόσο πολύ τους δυνάστες του.

Όλες αυτές οι αιτίες ευνόησαν την δημιουργία της Κίνησης των Ζηλωτών.

Το αποτελούσαν, κυρίως, άνθρωποι του λαού, και, κατά τα λεγόμενα του Φιλόθεου, δεν ήταν όλοι τους Θεσσαλονικείς. Είχαν εντάξει ως μέλη ακόμη και μετανάστες από τα νησιά και «βάρβαρους γείτονες».

Ο Γρηγοράς, ο οποίος ούτε κι αυτός έβλεπε με συμπάθεια τους Ζηλωτές, αποκαλεί υποτιμητικά την Κίνησή τους «άθροισμα».

«Το καθεστώς τους, γράφει, δεν θυμίζει καμία μορφή πολιτείας. Δεν ήταν ούτε αριστοκρατικό, όπως το πολίτευμα που παρέδωσε στους Λακεδαιμονίους ο Λυκούργος ώστε να ανέβει στην εκτίμησή τους, ούτε δημοκρατικό όπως η πρώτη πολιτεία των Αθηναίων του Κλεισθένη, ο οποίος αύξησε τον αριθμό των φυλών από τέσσερις σε δέκα: ούτε ένα καθεστώς σαν αυτό που παρέδωσε ο Ζάλευκος στους Λοκριείς Επιζεφυρίους· ούτε ένα καθεστώς σαν αυτό που παρέδωσε ο Χάροντας απ’ την Κατάνη στην Σικελία· ούτε μια πολιτεία η οποία είχε σχηματιστεί απ’ το συνδυασμό δύο ή τριών άλλων, ώστε να δημιουργηθεί μια καινούργια όπως στην Κύπρο ή στην αρχαία Ρώμη τις οποίες είχε εγκαθιδρύσει όπως λέγεται ο δήμος που είχε εξεγερθεί κατά των ύπατων· ήταν ένα περίεργο είδος οχλοκρατίας που το τυχαίο μονάχα μπορούσε να καθοδηγήσει.

Ορισμένοι θρασείς άνδρες, αφού συνενώθηκαν σε μια δικιά τους ομάδα και αφού αναγόρευσαν εαυτούς ως εξουσία, κατεδίωκαν εκεί όλο τον κόσμο, συνάρπαζαν με δημαγωγικές κινήσεις τον πληθυσμό της πόλης, στα πλαίσια του σκοπού που επεδίωκαν, λεηλατώντας τις περιουσίες των πλουσίων, ενώ οι ίδιοι ζούσαν μέσα στην αφθονία, διατάζοντας τους άλλους να μην υποταχθούν σε κανέναν άλλο εξωτερικό αρχηγό και να θεωρούν ως κανόνα και νόμο ότι τους έμοιαζε σωστό».

[…] Αυτό το πνεύμα ανεξαρτησίας, αυτή η αγάπη για την ελευθερία, που οι υπόλοιποι Βυζαντινοί αδυνατούσαν να κατανοήσουν, εξέπληξε ιδιαίτερα τους σύγχρονους συγγραφείς.

Ο Καντακουζηνός, οι φίλοι του Νικόλαος Καβάσιλας, Δημήτριος Κυδώνης, Νείλος και Φιλόθεος συμμετείχαν στα γεγονότα στο πλευρό των ευγενών. Μονάχα ο Γρηγοράς ενδιαφέρθηκε λιγότερο και εν τούτοις, όπως είδαμε, το κείμενό του δεν βλέπει ούτε κι αυτό τους Ζηλωτές με συμπάθεια. Ο Γρηγοράς, όμως, τους είχε γνωρίσει μονάχα έμμεσα. Οι πληροφορίες που κατάφερε να συλλέξει για τους Ζηλωτές προέρχονταν κατά τα φαινόμενα από μια συμφεροντολογική και μονομερή πηγή. Κάποιος ευγενής ή κάποιος φίλος ο οποίος κινούνταν στους πολιτικούς κόλπους των ευγενών του είχε δώσει ανακριβείς πληροφορίες για την κομμούνα της Θεσσαλονίκης. Εξ άλλου ο Γρηγοράς, στα πρώτα του βιβλία είναι ιδιαιτέρως ευνοϊκός προς τον Καντακουζηνό. Και μόνο αυτό το γεγονός πρέπει να μας επιστήσει την προσοχή.

[…] Θα ήταν, λοιπόν, εξαιρετικά ανακριβές να δηλώσουμε ότι οι Ζηλωτές δεν έκαναν μεταρρυθμίσεις στην Θεσσαλονίκη. Έκαναν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες ήταν χρήσιμες και πολύ σημαντικές. Σε ό,τι αφορούσε την πολιτική, δεν έλαβαν υπ’ όψη τους ούτε και τον νόμο τον σχετικό με την επιλογή των αρχόντων.

Πριν την άνοδό τους στην εξουσία, για να επιλεγεί κάποιος ως διοικητής έπρεπε να έχει κάποια ηλικία, να είναι κατά προτίμηση ηλικιωμένος παρά νέος. Όμως η Κίνηση των Ζηλωτών, η οποία είχε στις τάξεις της εξαιρετικά ικανά νεαρά στελέχη, κατήργησε αυτόν τον κανόνα. Επέλεγαν τους άρχοντες, χωρίς διάκριση ηλικίας, ακόμη και νέους ανθρώπους^ γεγονός που σόκαρε κάπως όσους ήταν προσκολλημένοι στις παραδόσεις.

Δυστυχώς, οι ιδέες και οι αρχές των Ζηλωτών μας είναι μόνο εν μέρει γνωστές και τούτο χάρη στον προαναφερθέντα λόγο του Νικόλαου Καβάσιλα στο δικαστήριο.

Ο Καβάσιλας επιτέθηκε άγρια στους Ζηλωτές, αντιμετωπίζοντάς τους σα να ’ταν τύραννοι και πονηροί. Τα ίδια τα λόγια, όμως, ενός αντιπάλου ο οποίος μπόρεσε να μιλήσει μπροστά στους δικαστές τόσο ελεύθερα, δεν αποδεικνύουν ότι αυτά τα επίθετα δεν είναι δίκαια;

Πράγματι οι Ζηλωτές ήταν, αντιθέτως, ιδιαίτερα ελεύθερα πνεύματα […]. Εκτιμώντας ότι η καλύτερη πολιτική ήταν να επιτρέπουν στον κάθε πολίτη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του, ήταν ιδιαίτερα ανεκτικοί σ’ αυτό το ζήτημα. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται πρώτ’ απ’ όλα στον πολεμοχαρή τόνο του σκληρού λόγου του Καβάσιλα και κατά δεύτερο λόγο σ’ αυτά που μας πληροφορεί ο Φιλόθεος. Ο τελευταίος αναφέρεται σε κάποιον απ’ την Αδριανούπολη που κατοικούσε στην Θεσσαλονίκη, ο οποίος κατηγόρησε δημοσίως και επανειλημμένα τους Ζηλωτές, που είχαν τότε την εξουσία στην Θεσσαλονίκη σε σχέση με την εχθρότητά τους προς τον Γρηγόρη Παλαμά, χωρίς να τον ενοχλήσουν καθόλου.

Το γεγονός, όμως, το οποίο προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις, δεν ήταν τόσο οι σφαγές των ευγενών –ο κόσμος ήταν ήδη συνηθισμένος σε τέτοιου είδους πολιτικές– όσο οι πράξεις των Ζηλωτών με άλλη βαρύτητα, σχετικά με κοινωνικής τάξεως μεταρρυθμίσεις. Απ’ τον λόγο του Καβάσιλα, διαφαίνονταν ποια υψηλά ιδανικά ενέπνεαν τους Ζηλωτές.

Οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις τους ήταν οι παρακάτω:
1ον Δήμευση των περιουσιών των ευγενών και των εισοδημάτων των εκκλησιών,
2ον Άμεσες συνεισφορές,
3ον Κανονισμοί για τους μοναχούς

Ο Καβάσιλας καταφέρεται κυρίως κατά των δύο πρώτων.

[…] Υπήρχε έλλειψη χρημάτων. Οι Ζηλωτές κατάφεραν να τα βρουν: δεν δήμευσαν μονάχα τις περιουσίες των ευγενών, αλλά και τα εισοδήματα των μοναχών. Χρησιμοποίησαν αυτά τα εισοδήματα για το κοινό καλό. Και είναι ενάντια σ’ αυτό που ο Καβάσιλας και ο Καντακουζηνός ορθώνουν τη φωνή τους για να διαμαρτυρηθούν! Είναι αλήθεια πως ήθελαν να υπονοήσουν ότι αυτή η δήμευση δεν ήταν παρά μια απλή πρόφαση των Ζηλωτών για να πλουτίσουν οι ίδιοι και να εξασφαλίσουν το ευ ζην στους φίλους τους.

[…] Ο Καβάσιλας, σαν μοναχός δεν μπορούσε ούτε κι αυτός ν’ ανεχθεί το γεγονός ότι είχαν σχεδόν απογυμνώσει τους αδερφούς του από τις περιουσίες τους.

Διαμαρτυρήθηκε, επίσης, για την συνήθεια των Ζηλωτών να ζητούν απ’ τους άρχοντες και τους υπαλλήλους της διοίκησης ένα οποιοδήποτε ποσό επ’ ευκαιρία του διορισμού τους. Όμως αυτό το μέτρο ήταν πιθανώς αναγκαίο λόγω των περιστάσεων, καθώς έπρεπε ν’ αυξηθεί το εισόδημα της κοινότητας σε μια περίοδο γεμάτη δυσχέρειες.

[…] Οι Ζηλωτές υπεράσπιζαν τους εαυτούς τους απ’ όλες αυτές τις κατηγορίες αντιτάσσοντας τις αρχές τους των οποίων η ανωτερότητα διέφευγε εντελώς απ’ τους κατήγορούς τους.

[…] Για ν’ αντικρούσουν τις κατηγορίες των αντιπάλων τους οι Ζηλωτές είχαν επίσης σημαντικά επιχειρήματα. Στους υφιστάμενους νόμους, όπου δεν ήταν δυνατόν πλέον να εφαρμόζονται, εξ αιτίας της τόσο αβέβαιης κατάστασης της πατρίδας, αντέταξαν τη γνωστή ρήση: salus populi suprema lex esto.

Είναι επιτρεπτό, έλεγαν, σε όσους έχουν την φροντίδα των κοινών, να κάνουν τα πάντα, όταν στοχεύουν μονάχα στο γενικό καλό.

[…] Οι Ζηλωτές είχαν, κατά συνέπεια, δημεύσει όλα τα εισοδήματα των μοναστικών ιδρυμάτων, στα οποία χορηγούσαν, όμως, τα απαραίτητα ποσά για τις ανάγκες τους.

Ένα μεγάλο μέρος αυτών των εισοδημάτων προορίστηκε για την οργάνωση της άμυνας της πόλης.

«Εξ άλλου», προσέθεταν, «η άμυνα των τειχών μας και των νόμων μας πρέπει να μπαίνει πάνω απ’ όλα».

Όμως, η δράση των Ζηλωτών δεν σταματούσε εκεί, χρησιμοποιούσαν επίσης τα χρήματα της κοινότητας για να βελτιώσουν την κατάσταση των φτωχών καλλιεργητών προμηθεύοντάς τους με ό,τι είχαν ανάγκη για να ζήσουν, ασχολούμενοι με την καλλιέργεια των χωραφιών τους και των κατεστραμμένων χωριών, επιδιορθώνοντας τα κατεστραμμένα σπίτια τους, ενδιαφερόμενοι με μια λέξη, τόσο για το ευ ζην των ανθρώπων αυτών όσο και για την ελευθερία τους.

[…] Όλη αυτή η συμπεριφορά απέχει πολύ απ’ το ν’ αντιστοιχεί σε αυτά που τους προσάπτουν οι Καντακουζηνός, Γρηγοράς και Καβάσιλας: δηλαδή στο ότι δήμευσαν τις περιουσίες των άλλων για να πλουτίσουν οι ίδιοι. Οι Ζηλωτές δίκαια υπογράμμιζαν επίσης τα εξής:

«Εάν συμπεριφερόμαστε έτσι ως προς όλους», έλεγαν, «και εάν δεν βάζουμε τίποτε στην άκρη για δική μας χρήση, αν δεν αυξάνουμε την προσωπική μας περιουσία, εάν δεν κοσμούμε την οικία μας, αλλά αν αναζητούμε συνέχεια να κάνουμε με τις δαπάνες ό,τι είναι χρήσιμο για τους αρχούμενους, πως είναι δίκαιο να μας κατηγορούν γι’ αυτό;»

[…] «Σε τι διαφέρεις εσύ από έναν ληστή, ωρύεται ο Καβάσιλας, όταν αφαιρείς τη περιουσία του άλλου χωρίς να μπορείς να τον κατηγορήσεις για κάτι;»

Στα μάτια του, οι Ζηλωτές δεν ήταν παρά ληστές απ’ τη στιγμή που απογύμνωσαν τα μοναστήρια απ’ τις περιουσίες τους. ήταν ακόμη «τυμβωρύχοι», διότι δεν σέβονταν καθόλου την επιθυμία των αποθανόντων οι οποίοι είχαν αφήσει τις περιουσίες τους στους μοναχούς.

[…] Οι Ζηλωτές υπέκυψαν τελικά στα χτυπήματα του μοναχισμού και των ευγενών. Μαζί τους έσβησε και η τελευταία σπίθα, η τελευταία προσπάθεια για αναγέννηση της Βυζαντινής κοινωνίας, η οποία αργοπέθαινε εμφανώς».

[Το κείμενο μεταφράστηκε από τη συντρόφισσα Κ., η επεξεργασία του έγινε από τη Συσπείρωση Αναρχικών, ενώ αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου υπό έκδοση ερευνητικού υλικού, που συλλέχθηκε από συντρόφους στη Θεσσαλονίκη.]

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.16, Ιούλιος-Αύγουστος 2003

 

Ποιος ήταν ο Διογένης, που περιφρόνησε τον Μέγα Αλέξανδρο και χλεύασε τον Πλάτωνα;

Posted in 3. Uncategorized | No Comments »

Ο Διογένης ο Κυνικός είναι είναι ένας απ’ τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας, αλλά ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή του είναι γνωστά.

Ο Διογένης γεννήθηκε το 412 π.Χ. στην ιωνική πόλη Σινώπη. Ο πατέρας του, Ικεσίας, ήταν κατασκευαστής νομισμάτων και ο Διογένης έμαθε την τέχνη δίπλα του. Κάποια στιγμή, τον συνέλαβαν για την παραχάραξη νομισμάτων και τον εξόρισαν. Τότε, ο Διογένης έφυγε για την Αθήνα, το πολιτισμικό κέντρο της περιόδου. Τον συνόδευε ο δούλος του, Μάνης, που τον εγκατέλειψε λίγο καιρό μετά την άφιξή τους στην πόλη. Ο Διογένης δεν σκοτίστηκε καθόλου με τη φυγή του συντρόφου του. Λέγεται πως σχολίασε ότι, αν μπορεί να ζήσει ο Μάνης χωρίς τον Διογένη, γιατί όχι κι ο Διογένης χωρίς τον Μάνη; Ένα τέτοιο σχόλιο θα άρμοζε απόλυτα στον φιλόσοφο, που κήρυττε ότι η μεγαλύτερη αξία του ανθρώπου είναι η αυτάρκεια και κορόιδευε τους «κυρίους», που δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα χωρίς τους δούλους τους.

Ο Διογένης στην Αθήνα

Στην Αθήνα προσέγγισε τον Αντισθένη, τον μαθητή του Σωκράτη, που φημιζόταν για τον ασκητικό βίο του και τις ανορθόδοξες, κυνικές απόψεις του.

Ο Αντισθένης έδιωχνε συνέχεια τον Διογένη από κοντά του, μέχρι που κάποια στιγμή τον χτύπησε και με ένα ραβδί. Τότε ο Διογένης του απάντησε: «Χτύπα, γιατί δε θα βρεις ξύλο τόσο σκληρό, ώστε να με κρατήσει μακριά σου, όσο πιστεύω ότι έχεις κάτι να πεις». Ο Διογένης δε σταμάτησε ούτε στιγμή να υποστηρίζει, ότι ο Αντισθένης ήταν ο πραγματικός διάδοχος του Σωκράτη κι όχι ο Πλάτωνας, τον οποίο κορόιδευε συχνά. Όταν ο Πλάτωνας όρισε τον άνθρωπο ως ένα «ζώον με δύο πόδια και χωρίς φτερά», ο Διογένης μάδησε ένα κόκορα και του τον παρουσίασε, λέγοντας: «Ορίστε! Σου έφερα έναν άνθρωπο». Τότε, προστέθηκε στον ορισμό του ανθρώπου άλλη μία ιδιότητα: «με πλατιά νύχια». Λέγεται πως ο Διογένης είχε απαρνηθεί κάθε πολυτέλεια και ζούσε μέσα σε ένα πιθάρι, με κουρελιασμένα ρούχα. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να δείξει, ότι οι χαρές της ζωής είναι αυτές που προσφέρει η φύση κι ότι όλες οι άλλες ανάγκες του ανθρώπου είναι τεχνητές.

Κυκλοφορούσε στην πόλη κουβαλώντας ένα φανάρι, ακόμα και τη μέρα. Έλεγε ότι έψαχνε να βρει ένα τίμιο άνθρωπο, άλλα έβρισκε μόνο κατεργάρηδες και αχρείους. Συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις σε δημόσιους χώρους, «έκανε την ανάγκη» του μπροστά στον κόσμο και φρόντιζε να ισοπεδώνει τους «καθωσπρεπισμούς» του κόσμου, όποτε του δινόταν η ευκαιρία. Όταν τον ρώτησαν τι θέλει να κάνουν το σώμα του αφού πεθάνει, απάντησε ότι ήθελε να τον αφήσουν να τον φάνε τα άγρια θηρία. Έκπληκτοι, οι παρευρισκόμενοι αναρωτήθηκαν αν τον ένοιαζε που θα είχε ένα τόσο άδοξο τέλος. «Καθόλου», τους απάντησε, «Αρκεί να έχω ένα ξύλο για να διώχνω τα θηρία». «Πώς θα τα διώχνεις, αφού θα είσαι νεκρός;» ρώτησαν εκείνοι. «Αν είμαι νεκρός, γιατί να με νοιάζει τι θα συμβεί στο σώμα μου;» ήταν η αποστομωτική απάντηση του φιλοσόφου. Εξίσου ανατρεπτική ήταν και η απάντηση του στην ερώτηση για την καταγωγή του. «Είμαι πολίτης του κόσμου», είχε πει. Την εποχή που το πιο σημαντικό γνώρισμα του ανθρώπου ήταν η πατρίδα και οι πρόγονοί του, ο Διογένης έλεγε περήφανα ότι δεν ανήκε πουθενά, ότι ήταν ένας «κοσμοπολίτης».

Ο Διογένης στην Κόρινθο
Ο φιλόσοφος ταξίδευε στην Αίγινα, όταν στο πλοίο επιτέθηκαν πειρατές. Τον πήραν αιχμάλωτο και τον πήγαν σε σκλαβοπάζαρο στην Κόρινθο. Ο δουλέμπορος τον ρώτησε τι δουλειά ξέρει να κάνει, για να ενημερώσει τους αγοραστές. Ο Διογένης απάντησε: «ανθρώπων άρχειν». Ήταν ένα λογοπαίγνιο, που θα μπορούσε να σημαίνει είτε «διοικώ τους ανθρώπους» είτε «διδάσκω στους ανθρώπους αρχές». Η ευφυΐα του δούλου εντυπωσίασε τόσο ένα απ’ τους πελάτες, τον Ξενιάδη, που τον αγόρασε αμέσως και τον έκανε δάσκαλο των παιδιών του. Όσο ο Διογένης ήταν στην Κόρινθο, θέλησε να τον γνωρίσει ο Μέγας Αλέξανδρος. Όταν συναντήθηκαν, ο βασιλιάς της Μακεδονίας τον ρώτησε ποια χάρη ήθελε να του κάνει. Ο φιλόσοφος απάντησε: «Αποσκότισόν με».
Ως συνήθως, η απάντηση του Διογένη είχε διττή ερμηνεία. Μπορεί να ζητούσε απ’ τον Αλέξανδρο να τον βγάλει απ’ το σκοτάδι της άγνοιας, αλλά μπορεί να του ζητούσε να κάνει στην άκρη, γιατί του έκρυβε τον ήλιο. Τότε, ο βασιλιάς που αναμφισβήτητα είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του έκανε ένα ιδιαίτερα κολακευτικό σχόλιο για τον κυνικό φιλόσοφο λέγοντας, ότι αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, θα ήθελε να ήταν ο Διογένης. Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, ο Μέγας Αλέξανδρος και ο φιλόσοφος πέθαναν την ίδια μέρα το 323 π.Χ. Ο Αλέξανδρος ήταν 33 ετών, ενώ ο Διογένης 90.
Διογένης ο Σκύλος
Το όνομα των «κυνικών» φιλοσόφων προέρχεται από τη λέξη «κύων», δηλαδή σκύλος. Ο Διογένης θαύμαζε τους σκύλους για την απλότητα τους. Οι σκύλοι δεν είχαν ανάγκη πολυτέλειας, αλλά αρκούνταν με τα λίγα και μπορούσαν να ξεχωρίσουν τους αληθινούς απ’ τους ψεύτικους φίλους. Συνήθιζαν, μάλιστα, να λένε ότι «διαφέρουμε από τους άλλους σκύλους, διότι εμείς δεν δαγκώνουμε τους εχθρούς αλλά τους φίλους, για να τους διορθώσουμε». Ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο ιστορικός του 3ου αιώνα μ.Χ., που έγραψε το «Βίοι Φιλοσόφων», αναφέρει πολλά ανέκδοτα απ’ τη ζωή του Διογένη και παραθέτει λίστα με τα έργα του. Τίποτα, όμως, δεν έχει σωθεί. Οι ιστορίες για τη ζωή του κυνικού φιλοσόφου μπορεί να μην είναι ακριβείς, αλλά σίγουρα περιγράφουν ένα ξεχωριστό και ιδιοφυές μυαλό. Εκπληκτικός ήταν και ο τρόπος που αντιμετώπισε τη Λαΐδα, την διάσημη πόρνη της Κορίνθου, που προσπάθησε να τον ειρωνευτεί, αλλά τελικά πλάγιασε μαζί του χωρίς να πληρωθεί.
css.php